Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σήµερα, παρότι φορέας της πιο καταστροφικής πολιτικής που γνώρισε η χώρα από τη µεταπολίτευση, παραµένει κυρίαρχος. Οι κοινωνικές µάζες, που θα µπορούσαν να τον απειλήσουν ή να τον τιµωρήσουν, επιλέγουν τον καναπέ και την αποχή.
Από την άλλη µεριά η αντιπολίτευση µοιάζει να παίζει το παιχνίδι του Μητσοτάκη, αφού ετεροκαθορίζεται από την πολιτική του παρουσιάζοντάς τον ως κάτι κακό από το οποίο τελικώς οµολογεί µε τον τρόπο αυτό ότι εξαρτάται. Τι θα συµβεί λοιπόν; Θα παραµείνει η χώρα όµηρος στο καθεστώς µιας πολιτικής που λειτουργεί ως ανώνυµη εταιρεία µε µεγαλοµέτοχο τον πρωθυπουργό;
Τα αριθµητικά στοιχεία στις δηµοσκοπήσεις (αυτά που αφορούν τα ποσοστά των κοµµάτων) δεν δίνουν απάντηση. Υπάρχει ωστόσο απάντηση στα λεγόµενα ποιοτικά στοιχεία που αναλύουν τη διάθεση του εκλογικού σώµατος. Οι πολίτες επιµένουν να θέλουν κάτι νέο και οραµατικό στην πολιτική ώστε να εκφραστούν. Επιµένουν ότι οι θεσµοί µε κύριο αυτόν της ∆ικαιοσύνης δεν λειτουργούν και παρά την προπαγάνδα επικροτούν διεκδικήσεις όπως αυτές των αγροτών.
Την ίδια ώρα τα µικρά ανήσυχα κόµµατα εισπράττουν ποσοστά όποτε εκφράσουν αντιπαραθετικό λόγο. Το επερχόµενο κόµµα Τσίπρα αντιµετωπίζεται µε δυσπιστία, αφού το 80% των πολιτών θεωρεί ότι δεν έχει να κοµίσει κάτι νέο και µόλις ένα 20% ασχολείται µε τον θόρυβο που παράγει όχι ο Τσίπρας ο ίδιος αλλά η αναταραχή που δηµιουργείται µέσα στον προοδευτικό χώρο.
Υπάρχει και το φαινόµενο Καρυστιανού. Το θέµα δεν είναι το υψηλό ποσοστό που φαίνεται να συγκεντρώνει ένα κόµµα στο οποίο θα εµπλέκεται. Το κύριο είναι γιατί επιλέγουν τη µη πολιτικό Καρυστιανού όσοι την επιλέγουν. Γιατί ακριβώς δεν έχει σχέση µε την πολιτική ως ανακυκλωµένη στερεοτυπία και κενολογία. Μπορούν η Καρυστιανού κι ένα κόµµα γύρω από αυτήν να φέρουν πολιτική µεταβολή ή να κυβερνήσουν; Το ερώτηµα µπαίνει όλο και πιο συχνά, ακριβώς για να επιχειρηµατολογήσει το παλιό σύστηµα ότι είναι ξένη και κατ’ επέκταση ανίκανη για την πολιτική. Ας αφήσουµε αυτό το ερώτηµα να απαντηθεί από τη ζωή, η οποία σε ό,τι αφορά την πολιτική γέννησε µεν ικανούς, αλλά Ακηδες, Μητσοτάκηδες και «αριστερούς» Μαρεβάκηδες.
Οποιος επιλέγει στις δηµοσκοπήσεις το «κόµµα Καρυστιανού» δεν απαντά στο αν τη θεωρεί ικανή να κυβερνήσει ή να σταθεί πολιτικά. Τη διαλέγει γιατί θεωρεί ότι πρέπει να αλλάξουν τα µέτρα και τα γράδα της πολιτικής. Με την Καρυστιανού, είτε είναι ικανή να πολιτευτεί είτε αποτύχει παταγωδώς, ο πολίτης κάνει επιλογή έξω από το πλαίσιο. Τόσο στην αφετηρία της απόφασης, αφού τη βλέπει σαν µια καθαρή και οραµατική αντίληψη για την πολιτική, όσο και στην κατάληξή της που είναι η τιµωρία όλων αυτών που τον εξαπάτησαν.
Οποιος λέει ότι θα ψήφιζε το «κόµµα Καρυστιανού» δεν τη φαντάζεται να µοιράζει υπουργεία ή σπαθάκια σε τελετές µε ευέλπιδες. Απαντάει στην ανάγκη που νιώθει να µπει ένα τέλος στην πολιτική ως παραγωγό ψέµατος και απόγνωσης.
Το αφήγηµα Μητσοτάκη περί αριστείας και µεσσιανικής τεχνοκρατίας, που εσχάτως υιοθετήθηκε και από τα ρετιρέ της αριστερής πολυκατοικίας, δεν απασχολεί κανέναν. Η κοινωνία στενάζει από την πολιτική που εφαρµόζεται και ταυτόχρονα από αυτό που αποτελεί αντίληψη για το τι είναι πολιτική. Ενα κλειστό δηλαδή σύστηµα, µια πειραγµένη επετηρίδα µε υποψήφιους πρωθυπουργούς και βουλευτές που επιλέγουν κατά το δοκούν τον επιχειρηµατία του οποίου θα γυαλίσουν τα παπούτσια.
Η χώρα χρειάζεται άλλη κυβέρνηση, ταυτόχρονα όµως χρειάζεται και επαναφορά της πολιτικής στο όραµα, στον σχεδιασµό και στην αντιπαράθεση για το καλό της κοινωνίας. Σε αυτό απαντά όποιος επιλέγει την Καρυστιανού στις δηµοσκοπήσεις, είτε έχει δίκιο είτε άδικο για την επιλογή του. Εχει επίσης σηµασία ότι η µάνα των Τεµπών, επιλέγοντας να δώσει έναν προσωπικό αγώνα χωρίς ιδιοτέλεια, συναντά τις αγωνίες της κοινωνίας. Αυτό επαναφέρει ένα αξιακό σύστηµα στην πολιτική.















