«Σηκώθηκα το πρωί και πήγα σχολείο… Λέω μάλλον εγώ φταίω σ’ αυτό. Και την επόμενη φορά, λέω, θα το μαζέψω ώστε να μην υπάρχει παρεξήγηση».
Σε μία συγκλονιστική κατάθεση, ο 29χρονος σήμερα ουκρανικής καταγωγής μάρτυρας, περιέγραψε με τα παραπάνω λόγια, το πρωινό μετά τον πρώτο βιασμό του, όπως κατέθεσε, από τον Δημήτρη Λιγνάδη, πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, ηθοποιό και σκηνοθέτη, σε ηλικία 17 ετών.
Ήταν και ο πρώτος μάρτυρας στη δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη που ξεκίνησε σήμερα στο Μεικτό Ορκωτό Εφετείο, όπου η υπόθεση επανεξετάζεται σε δεύτερο βαθμό λόγω της έφεσης του πρώην ισχυρού άνδρα του Εθνικού Θεάτρου, ο οποίος συνεχίζει να αρνείται τις κατηγορίες. Αλλά και λόγω της υπέρ του νόμου έφεσης του εισαγγελέα, κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος πρέπει να επανακριθεί για ακόμη μία πράξη βιασμού για την οποία σε πρώτο βαθμό κρίθηκε αθώος.
Υπενθυμίζεται ότι τον Ιούλιο του 2022 ο Δημήτρης Λιγνάδης κρίθηκε ένοχος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά πλειοψηφία (4 προς 3) για τους βιασμούς δύο 17χρονων, στην Αθήνα και την Επίδαυρο, το 2015 και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 12 ετών.
Μόνο που, συνεχίζοντας την κατάθεσή του ο μάρτυρας, αποδείχτηκε –όπως είχε άλλωστε καταθέσει και πρωτόδικα– ότι δεν μπόρεσε να γλιτώσει ούτε την επόμενη φορά. Ο 29χρονος σήμερα μάρτυρας, ο οποίος διευκρίνισε ότι το τελευταίο έτος έχει ψυχολογική υποστήριξη, περιέγραψε πως βιάστηκε δύο φορές στη διάρκεια της παραμονής του, από την άνοιξη ως το φθινόπωρο του 2015 στο σπίτι του Λιγνάδη.
Εξήγησε ότι προερχόταν από μία οικογένεια με κακοποιητικό πατέρα, ο οποίος δεν τον είχε αναγνωρίσει, με πρόβλημα αλκοολισμού και των δύο γονέων και χωρίς χαρτιά, σε ακραία φτώχεια, ενώ δεχόταν και bullying από τους συμμαθητές του και είχε χάσει μία χρονιά στο σχολείο.
Στην ερώτηση πώς αντέδρασε η μητέρα του στην πρόταση του Λιγνάδη να τον φιλοξενήσει, για να τον «βοηθήσει», ο 29χρονος εξήγησε ότι εκείνο το διάστημα η μητέρα του είχε φύγει από το σπίτι και πως ο ίδιος τρεφόταν με τρόφιμα που του αγόραζε συμμαθήτριά του.
Λίγο καιρό αφού είχε ξεκινήσει η φιλοξενία στο σπίτι του Λιγνάδη, ο μάρτυρας περιέγραψε πώς «άρχισε μία διαφορετική προσέγγιση», ρωτώντας τον «ποια είναι η σεξουαλική σου ταυτότητα». Ο μάρτυρας περιέγραψε αναλυτικά ότι, παρά τις προσπάθειές του να αποτρέψει την κακοποίηση, μετά τον πρώτο βιασμό, ακολούθησε και δεύτερος. Αυτή τη φορά, παρουσία σχολικού του φίλου, ο οποίος δεν αντέδρασε. «Βλέπω τον Α. να σηκώνεται και να φεύγει, με κοίταξε και έφυγε. Και μένω εκτεθειμένος», ανέφερε ο μάρτυρας στη σπαρακτική περιγραφή.
Στο διάστημα της παραμονής του στην οικία του Λιγνάδη, ο μάρτυρας έλαβε γνώση και άλλων πράξεων σεξουαλικής κακοποίησης σε βάρος ανήλικων –κατά τα φαινόμενα– αλλοδαπών.
Ο δε μάρτυρας περιέγραψε αναλυτικά πώς ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τον κύκλο των γνωστών του προσώπων για να προσεγγίσει και άλλα άτομα σε σχολική ηλικία. Τελικά αποχώρησε από την οικία του σκηνοθέτη, όταν η μητέρα του επέστρεψε στο σπίτι τους.
«Σε παρακαλώ, βοήθα με, να φτιάξω τα χαρτιά μου και να δώσω Πανελλήνιες», της είπε.
Στην ερώτηση της έδρας για ποιον λόγο δεν κατήγγειλε εκείνη την περίοδο τον κατηγορούμενο, εξήγησε ότι ήταν ανήλικος και παράνομος στη χώρα.
«Δεν είχα διαβατήριο, νόμιμα έγγραφα. Επίσης, η σχέση των γονιών μου που ερχόταν η αστυνομία τόσο συχνά, μου προκαλούσαν μόνο φόβο για το τι μπορεί να συμβεί».
«Τώρα αντιλαμβάνομαι την βαρύτητα των 50 χρόνων του σκηνοθέτη» σημείωσε. «Πήρε έναν δεκαεπτάχρονο που έχει όλα τα προβλήματα του κόσμου. Μου έχει στερήσει σχέσεις, επαφές, γνωρίζοντας τον φόβο αυτό. Όλα αυτά τα παλεύω τώρα με τον ψυχολόγο να τα λύσω».















