Οι φλόγες υποχώρησαν, όμως, για τους κατοίκους η «μάχη» για επιβίωση και αποκατάσταση μόλις τώρα αρχίζει. Μετά τη μεγάλη φωτιά στη Δυτική Αττική, τα καμένα υπολογίζονται σε περίπου 113.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα 95.000 στην Αττική.
Η επόμενη ημέρα της μεγάλης πυρκαγιάς στη Δυτική Αττική ξεκίνησε με έμφαση στη μετάβαση από την κατάσβεση στην προστασία των εδαφών και την αντιπλημμυρική θωράκιση, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου.
Η αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος αποτελεί το επόμενο στάδιο, ενώ ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στην αξιολόγηση των έργων πρόληψης που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια μέσω του προγράμματος Antinero. Σύμφωνα με στοιχεία της Δασικής Υπηρεσίας, οι παρεμβάσεις αυτές συνέβαλαν στον περιορισμό της έντασης και της εξάπλωσης της φωτιάς σε συγκεκριμένες περιοχές.
Η περίμετρος που επηρεάστηκε από τη φωτιά ανέρχεται σε περίπου 113.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα 95.000 βρίσκονται στην Αττική. Ωστόσο, όπως διευκρίνισε η ηγεσία του υπουργείου, δεν καταστράφηκε ομοιόμορφα όλη η έκταση. Εντός της περιμέτρου υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες δασικών εκτάσεων και «νησίδες» βλάστησης που διασώθηκαν.
55% της έκτασης κάηκε σε δύο νύχτες
Περισσότερα από 61.500 στρέμματα, που αντιστοιχούν στο 55% της συνολικής καμένης έκτασης, καταστράφηκαν κατά τις νυχτερινές ώρες στη μεγάλη φωτιά που έπληξε την Αττικοβοιωτία από τις 31 Ιουλίου έως τις 4 Αυγούστου 2026.
Το στοιχείο αυτό προκύπτει από την προκαταρκτική ανάλυση της πυρκαγιάς που πραγματοποίησε η Πυρομετεωρολογική Ομάδα FLAME της Μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Συνολικά, η φωτιά κατέκαψε 111.732 στρέμματα σε περίπου 91 ώρες, δηλαδή σε διάστημα σχεδόν τεσσάρων ημερών, από το πρωί της 31ης Ιουλίου έως το πρωί της 4ης Αυγούστου. Η πορεία και η εξάπλωση της πυρκαγιάς ανακατασκευάστηκαν με τη χρήση δορυφορικών δεδομένων θερμών σημείων.
Η φωτιά ξεκίνησε το πρωί της 31ης Ιουλίου βόρεια του Αγίου Βασιλείου Βοιωτίας και αρχικά κινήθηκε προς το παραλιακό μέτωπο. Μέσα στις πρώτες 10 ώρες είχαν ήδη καεί 15.072 στρέμματα.
Καθοριστική για την εξέλιξη της πυρκαγιάς ήταν η πρώτη από τις δύο μεγάλες νυχτερινές εξάρσεις. Σε διάστημα μόλις 12 ωρών, από τις 19:00 της 31ης Ιουλίου έως τις 07:00 της 1ης Αυγούστου, οι φλόγες έκαψαν σχεδόν 34.000 στρέμματα, καθώς οι βόρειοι άνεμοι ενισχύθηκαν και ξεπέρασαν τα 80 km/h.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας, από τις 07:00 έως τις 19:00 της 1ης Αυγούστου, η φωτιά συνέχισε την πορεία της προς τα ανατολικά. Ωστόσο, ακολούθησε και δεύτερη νυχτερινή έξαρση, αυτή τη φορά με κατεύθυνση προς τα νότια και νοτιοανατολικά.
Από τις 19:00 της 1ης Αυγούστου έως τις 07:00 της 2ας Αυγούστου καταγράφηκαν ακόμη 27.810 καμένα στρέμματα, ενώ οι άνεμοι έφτασαν έως και τα 70 km/h.
Η πυρκαγιά εξακολούθησε να επεκτείνεται και τις επόμενες ημέρες, από το πρωί της 2ας Αυγούστου έως τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Αυγούστου, όμως ο ρυθμός εξάπλωσής της σταδιακά μειώθηκε. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η εξασθένηση των ανέμων, αλλά και το γεγονός ότι η φωτιά πλησίαζε σε εκτάσεις που είχαν ήδη καεί το 2021, περιορίζοντας τη διαθέσιμη καύσιμη ύλη.
«Ήταν ένας πόλεμος, 24 ώρες το 24ωρο»
Παράλληλα κι ενώ συνεχίζονται οι περιπολίες για την αποφυγή αναζωπυρώσεων, δυνάμεις και οχήματα της Πυροσβεστικής, της Αστυνομίας ακόμη και ελικόπτερα, οι τεχνικοί του ΔΕΔΔΗΕ Ελευσίνας, στο Πόρτο Γερμενό αποκαθιστούσαν την ηλεκτροδότηση.
Είχαν προπορευτεί οι εργολάβοι με τους εναερίτες για τις αντικαταστάσεις φθαρμένων στοιχείων και κατεστραμμένων στύλων από νέες τσιμεντένιες κολώνες. Επίσης, μικτά κλιμάκια και υπάλληλοι της γενικής Διεύθυνσης Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών καταστροφών ολοκλήρωναν τις αυτοψίες καταγραφής και αξιολόγησης των οικημάτων που είχαν υποστεί βλάβες.
«Σε 15 ημέρες θα δοθεί η πρώτη ενίσχυση των 3.000 ή 6.000 ευρώ για τις άμεσες ανάγκες, και τον Σεπτέμβριο οι προκαταβολές με το μισό ποσό της αποζημίωσης που δικαιούται ο ιδιοκτήτης κάθε κατεστραμμένου σπιτιού, προκειμένου να ξεκινήσει τις εργασίες ανοικοδόμησης», τονίζει ο δήμαρχος Μάνδρας – Ειδυλλίας, μιλώντας στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Αναφορικά με τη μορφολογία του εδάφους και τον μοναδικό δρόμο διαφυγής που διαθέτουν οι τρεις οικισμοί του κόλπου στο Πόρτο Γερμενό, Προσήλι και Αγ. Νικόλαος, ο δήμαρχος Αρμόδιος Δρίσκος παρατηρεί ότι χαρακτηρίζεται από τις χαράδρες και τους ορεινούς όγκους των Κιθαιρώνα και Πατέρα που το περικλείουν.















