Μια ακόμη λεγόμενη «διπλωματική νίκη» της κυβέρνησης Μητσοτάκη καταγράφεται στη διεθνή σκακιέρα, αποδεικνύοντας τα αδιέξοδα μιας μονοδιάστατης και αφελούς εξωτερικής πολιτικής.
Την ώρα που η Αθήνα έχει αποδυναμώσει την εγχώρια αντιαεροπορική της άμυνα, διαθέτοντας μια πολύτιμη συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία με το πρόσχημα της ενίσχυσης του διεθνούς αποτυπώματος της χώρας, το Ριάντ προχωρά απροκάλυπτα στην υπογραφή της λεγόμενης «Συμφωνίας της Μέκκας».
Πρόκειται για ένα τριμερές αμυντικό σύμφωνο με την Τουρκία και το Πακιστάν, το οποίο περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν για την κυβέρνηση είναι αμείλικτα. Γνώριζε η Αθήνα για τις διεργασίες μεταξύ Ριάντ, Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ;
Αν γνώριζε, ποιες ενέργειες έκανε για να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη και γιατί αγνοήθηκε παντελώς από τη σαουδαραβική ηγεσία; Αν πάλι δεν γνώριζε, ποιες είναι οι ευθύνες των μυστικών υπηρεσιών της χώρας;
Ασχολούνται αποκλειστικά με τις εσωτερικές παρακολουθήσεις Ελλήνων αξιωματούχων αντί να προστατεύουν τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα;
Η κατάσταση αυτή εκθέτει ανεπανόρθωτα τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Πώς δικαιολογείται η παραμονή των ελληνικών Patriot στο Ριάντ, εκτός ομπρέλας διεθνών οργανισμών, τη στιγμή που η Σαουδική Αραβία συμμαχεί στρατιωτικά με τον βασικό αναθεωρητή της περιοχής, την Τουρκία;
Παράλληλα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη απεμπόλησε το διπλωματικό κεφάλαιο των τριμερών συμμαχιών που είχαν χτιστεί τα προηγούμενα χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ παρακολουθεί αμήχανα ακόμα και την Αίγυπτο να προσεγγίζει την Άγκυρα, εξέλιξη που προκαλεί δημόσιο προβληματισμό ακόμη και στον υπουργό Άμυνας, Νίκο Δένδια.
Η βασική αντίφαση της εξωτερικής πολιτικής του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι πλέον προφανής: ενώ η Τουρκία ασκεί μια ευέλικτη και πολυδιάστατη διπλωματία συνομιλώντας με όλους τους παίκτες, η Αθήνα εγκλωβίστηκε σε μια δεδομένη και δεδομένα αποτυχημένη μονοδιάστατη προσκόλληση.
Η ελληνική διπλωματία προσφέρει γη και ύδωρ σε συμμάχους όπως η Σαουδική Αραβία και η Ουκρανία —με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να αποφεύγει επιμελώς οποιαδήποτε αναφορά στην τουρκική κατοχή της Κύπρου—, για να εισπράξει τελικά τη συμπαράταξη αυτών των χωρών με την Τουρκία.
Η τακτική του «δεδομένου συμμάχου» αποδεικνύεται επικίνδυνη, αφήνοντας την Ελλάδα εκτεθειμένη τη στιγμή που οι περιφερειακές ισορροπίες επαναδιαμορφώνονται.















