Πέρασε σχεδόν μισός αιώνας από την τελευταία φορά που γράφτηκε η λέξη «μποϊκοτάζ» σε αθλητικές στήλες, αλλά η ζωή κάνει κύκλους και η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Το ίδιο Λος Αντζελες που φιλοξένησε τους κουτσουρεμένους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 ετοιμάζεται να υποδεχτεί την επόμενη διοργάνωση (του 2028), με οικοδεσπότη τον άνθρωπο που κατόρθωσε μέσα σε έναν χρόνο να ενώσει σχεδόν ολόκληρη την υφήλιο εναντίον του. Προηγείται βεβαίως το Μουντιάλ 2026 που οι ΗΠΑ θα συνδιοργανώσουν με δύο χώρες τις οποίες απειλούν ανοιχτά ακόμα και με στρατιωτική επέμβαση: Μεξικό, Καναδά.

To 1984 o Ντόναλντ Tραμπ δεν ήταν παρά ένας αποτυχημένος επιχειρηματίας που έχτιζε ξενοδοχεία και τα οδηγούσε κατευθείαν στα βράχια. Πώς κατάφερε η ανθρωπότητα να πέσει στα χέρια αυτού του επικίνδυνου ανθρώπου και των μεσαιωνιστών υπηκόων του; Το μποϊκοτάρισμα αθλητικών διοργανώσεων που πρόκειται να διεξαχθούν στις ΗΠΑ είναι ίσως μια κάποια λύσις, ώστε να ορθώσει ο δύσμοιρος πλανήτης φωνή αντίδρασης και αντίστασης.

Διάβασε:
Άλλη μια…«διεθνής διάκριση» για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη - Η ελληνική διπλωματία στηρίζει χωρίς ανταλλάγματα Σαουδική Αραβία και Ουκρανία, αλλά Ριάντ και Κίεβο είναι με την Τουρκία

Η Γροιλανδία και οι δασμοί

Ηδη ο διεθνώς αναγνωρίσιμος όρος «boycott» άρχισε να ακούγεται σε ευρωπαϊκά κοινοβούλια και διεθνή φόρουμ. «Να απόσχουμε από το Παγκόσμιο Κύπελλο σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη στάση των Αμερικανών απέναντι στη Γροιλανδία» πρότεινε ο Γερμανός Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός Γιούργκεν Χαρντ, γνωστός για τις συντηρητικές τοποθετήσεις του σε κοινωνικά θέματα και μέλος της Μπούντεσταγκ από το 2009. Στη Βρετανία δύο βουλευτές από διαφορετικές παρατάξεις, ο Φιλελεύθερος Δημοκράτης Λουκ Τέιλορ και ο Συντηρητικός Σάιμον Χορ, ένωσαν τη φωνή τους στη Βουλή των Κοινοτήτων για να προτείνουν μποϊκοτάζ: «Η Αγγλία και η Σκωτία να μην ταξιδέψουν στις ΗΠΑ. Το ίδιο και η Ουαλία και η Βόρεια Ιρλανδία, εάν προκριθούν από τα μπαράζ».