Το Πεντάγωνο ζητά από την αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ να κλιμακώσει γρήγορα την παραγωγή και την παράδοση όπλων, συμπεριλαμβανομένων πυρομαχικών που βρίσκονται σε ακραία έλλειψη λόγω του πολέμου με το Ιράν, σύμφωνα με υπόμνημα του Υπουργείου Άμυνας που περιήλθε στην κατοχή της Washington Post.

Ο Υφυπουργός Άμυνας Στιβ Φάινμπεργκ έγραψε στους ηγέτες της βιομηχανίας δίνοντάς τους διορία 21 ημερών για να υποβάλουν σχέδια για σημαντικά ταχύτερα χρονοδιαγράμματα παράδοσης και αυξημένη παραγωγή, τονίζοντας πως οι πολυετείς κύκλοι ανάπτυξης δεν είναι αποδεκτοί.

Η έλλειψη όπλων αποτελεί πηγή έντασης μεταξύ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Υπουργείου Άμυνας, αποτελώντας μέρος των προσπαθειών του Λευκού Οίκου και του Πενταγώνου να επιλύσουν ένα πρόβλημα που ενδέχεται να παραμείνει άλυτο μέχρι το Κογκρέσο να εγκρίνει νέα κονδύλια.

Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ ισχυρίστηκε στο Truth Social ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών και κατασκευάζουν μεγάλες ποσότητες, η κυβέρνηση έχει ήδη ζητήσει τη συνδρομή της αμυντικής βιομηχανίας.

Διάβασε:
Politico: Στα άκρα Ισπανία και Ιταλία – «Μπλόκο» στα σύνορα και μετωπική Μελόνι–Σάντσεθ για το μεταναστευτικό

Στα τέλη Ιουλίου, στελέχη παραδοσιακών αμυντικών εταιρειών αλλά και νεοφυών επιχειρήσεων της Σίλικον Βάλεϊ, όπως οι Lockheed Martin, Northrop Grumman, Boeing, Anduril και Palantir, συνάντησαν ανώτατα στελέχη του Λευκού Οίκου και του Πενταγώνου, από τα οποία ζητήθηκε να πιέσουν απευθείας τα μέλη του Κογκρέσου για την αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού.

Το Πεντάγωνο έχει ανακοινώσει τους τελευταίους μήνες αρκετές συμφωνίες-πλαίσια με μεγάλους εργολάβους και startups για την αύξηση της προμήθειας πυρομαχικών χαμηλού κόστους αλλά και εξελιγμένων συστημάτων, όπως τα THAAD και Patriot.

Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, αυτές οι ρυθμίσεις είναι μη δεσμευτικές νομικά και εξαρτώνται από τη μελλοντική χρηματοδότηση του Κογκρέσου, πράγμα που σημαίνει ότι δεν αποτελούν ακόμη οριστικά συμβόλαια.

Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου, Σον Πάρνελ, επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα του υπομνήματος Φάινμπεργκ, σημειώνοντας ότι θα διαμορφώσει τον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 2028 και εντάσσεται στη συνεχή προσπάθεια ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανικής βάσης.

Η ανάγκη για επανεφοδιασμό είναι επιτακτική, καθώς μόνο τον πρώτο μήνα του πολέμου στο Ιράν οι ΗΠΑ εκτόξευσαν περισσότερους από 850 πυραύλους Tomahawk, πάνω από 1.000 αναχαιτιστές Patriot και THAAD, καθώς και περισσότερους από 1.300 τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους.

Διάβασε:
Ιράν: Οι έξι όροι προς τις ΗΠΑ για να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ

Σύμφωνα με αναλύσεις, το παγκόσμιο απόθεμα πυραύλων Patriot έχει μειωθεί από 2.200 σε λιγότερους από 827 και των THAAD από 452 σε λιγότερους από 278. Η εξάντληση των αποθεμάτων έχει αυξήσει τον κίνδυνο για τις αμερικανικές δυνάμεις και έχει περιορίσει τις επιλογές του Λευκού Οίκου.

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το Υπουργείο Άμυνας προχώρησε πρόσφατα σε συμφωνία ύψους έως και 58,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη Lockheed Martin για τον τριπλασιασμό της παραγωγής πυραύλων PAC-3 έως το 2030, ενώ παράλληλα συνάπτει συμφωνίες με τεχνολογικές startups για φθηνότερους πυραύλους κρούσης.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχει ταχθεί υπέρ της ριζικής αλλαγής του συστήματος προμηθειών και της μείωσης της γραφειοκρατίας, ενώ παράλληλα επιστρατεύονται στελέχη από τη Σίλικον Βάλεϊ, όπως το πρώην στέλεχος της Uber, Έμιλ Μάικλ, στη θέση του υφυπουργού έρευνας και μηχανικής.

Ωστόσο, η στρατηγική επιτάχυνσης προσκρούει στο Κογκρέσο, όπου το αμυντικό νομοσχέδιο ύψους 1,15 τρισεκατομμυρίων δολαρίων παραμένει μπλοκαρισμένο λόγω πολιτικών διαφωνιών. Στο υπόμνημά του, ο Φάινμπεργκ ξεχώρισε πέντε εξοπλιστικά προγράμματα για το 2028 προς άμεση επιτάχυνση —μεταξύ των οποίων το σύστημα Next Generation Interceptor και το NASAMS— καλώντας τις εταιρείες να επενδύσουν με αντάλλαγμα μακροχρόνιες παραγγελίες.

Διάβασε:
Η ξηρασία φέρνει στο φως αρχαίο θαύμα: Αποκαλύφθηκε η θρυλική γέφυρα του Κωνσταντίνου

Λόγω της καθυστέρησης στη χρηματοδότηση, ορισμένες αμυντικές εταιρείες χρηματοδοτούν ήδη την παραγωγή με δικά τους κεφάλαια, αναλαμβάνοντας σημαντικό επιχειρηματικό ρίσκο.