Σε νέα σκλήρυνση της στάσης της απέναντι στη Μόσχα προχωρά η Βρετανία, θέτοντας σαφή προθεσμία για τον πλήρη αποκλεισμό εισαγωγών diesel και καυσίμων αεροσκαφών που προέρχονται από ρωσικό πετρέλαιο, ακόμη και μέσω τρίτων χωρών.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η απαγόρευση θα τεθεί σε πλήρη ισχύ το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2027, στέλνοντας, όπως τονίζει, «καθαρό μήνυμα» ότι η πίεση προς τη Ρωσία θα ενταθεί περαιτέρω, στο πλαίσιο των κυρώσεων για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ωστόσο, η απόφαση μόνο απλή δεν είναι. Μέχρι τότε, επιτρέπεται η εισαγωγή των συγκεκριμένων καυσίμων μέσω ειδικής άδειας, η οποία θα επανεξετάζεται ανά δύο εβδομάδες. Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η απαγόρευση να εφαρμοστεί νωρίτερα – ή να παραταθεί στην πράξη, εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες της αγοράς.
Ενεργειακή «ισορροπία» με το βλέμμα στις τιμές
Η βρετανική κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πίεση προς τη Ρωσία και στη διατήρηση της ενεργειακής σταθερότητας στο εσωτερικό. Οι διεθνείς τιμές πετρελαίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, εν μέσω της έντασης στη Μέση Ανατολή και των περιορισμών στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.
Η άνοδος των τιμών –από περίπου 70 δολάρια το βαρέλι πριν την κρίση σε σχεδόν 87 δολάρια σήμερα– δημιουργεί επιπλέον πονοκέφαλο, καθώς κάθε απότομη διακοπή εφοδιασμού θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέο κύμα ανατιμήσεων.
Αντιδράσεις και «πυρά» για διπλό παιχνίδι
Η επιλογή του Λονδίνου να διατηρήσει προσωρινά «παράθυρο» εισαγωγών έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Ευρωπαϊκές φωνές προειδοποιούν ότι δεν είναι η στιγμή για χαλάρωση των κυρώσεων, ενώ αναλυτές κάνουν λόγο για πολιτική με αντιφάσεις.
Σφοδρή ήταν και η κριτική από τον γνωστό επενδυτή και επικριτή του Κρεμλίνου, Μπιλ Μπράουντερ, ο οποίος χαρακτήρισε την κατάσταση «παράλογη». Όπως υποστηρίζει, την ώρα που η Δύση χρηματοδοτεί την άμυνα της Ουκρανίας, συνεχίζει ταυτόχρονα –έμμεσα– να διοχετεύει πόρους στη ρωσική πολεμική μηχανή μέσω των ενεργειακών συναλλαγών.
Το Λονδίνο επιμένει ότι η στρατηγική του θα αποδώσει, ενισχύοντας την πίεση προς τη Μόσχα χωρίς να διαταράξει την αγορά. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: μπορεί να «στραγγίξει» τη ρωσική ενέργεια χωρίς να πληρώσει βαρύ τίμημα η ίδια η οικονομία;
Η απάντηση θα δοθεί στους επόμενους μήνες, σε μια περίοδο όπου ενέργεια, γεωπολιτική και οικονομία παραμένουν πιο δεμένες από ποτέ.















