Νέα πολιτική ανατροπή στην Ουγγαρία, καθώς ο πρόεδρος της χώρας Τάμας Σούλιοκ υπέγραψε τη συνταγματική τροπολογία που τερματίζει πρόωρα τη θητεία του, ανοίγοντας τον δρόμο για βαθιές αλλαγές στον κρατικό μηχανισμό από την κυβέρνηση του Πέτερ Μαγιάρ.
Η απόφαση αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας του πρωθυπουργού να απομακρύνει πρόσωπα που συνδέονται με την προηγούμενη πολιτική εποχή του Βίκτορ Όρμπαν, μετά τη μεγάλη εκλογική νίκη του κόμματος Tisza στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου.
Με τη νέα συνταγματική ρύθμιση, η θητεία του Σούλιοκ ολοκληρώνεται άμεσα, με την κυβερνητική πλευρά να υποστηρίζει ότι έχει χαθεί η εμπιστοσύνη προς έναν πρόεδρο που είχε εκλεγεί το 2024 από την πλειοψηφία του κόμματος Fidesz του Όρμπαν.
Ο ίδιος ο Σούλιοκ δήλωσε ότι υπέγραψε την τροπολογία επειδή ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει το γράμμα του νόμου. Παράλληλα, όμως, εξαπέλυσε προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις της αλλαγής, υποστηρίζοντας ότι δημιουργείται επικίνδυνο προηγούμενο για το κράτος δικαίου, τον διαχωρισμό των εξουσιών και τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.
«Η απομάκρυνση προσώπων από δημόσια αξιώματα με τρόπο που παραβιάζει τις αρχές του κράτους δικαίου δημιουργεί μια βαθιά πληγή στις συνταγματικές αξίες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το κόμμα Tisza διαθέτει πλειοψηφία δύο τρίτων στο ουγγρικό κοινοβούλιο, γεγονός που του επιτρέπει να προχωρά σε σημαντικές συνταγματικές αλλαγές. Το κοινοβούλιο αναμένεται πλέον να εκλέξει νέο πρόεδρο, με θητεία έως πέντε χρόνια ή μέχρι την εφαρμογή νέου Συντάγματος.
Η τροπολογία φέρνει και άλλες αλλαγές, όπως περιορισμό της συνολικής θητείας των βουλευτών στα 12 χρόνια και καθορισμό του ορίου συνταξιοδότησης των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου στα 70 έτη, εξέλιξη που επηρεάζει και τον πρόεδρό του, Πέτερ Πολτ, στενό συνεργάτη της προηγούμενης κυβέρνησης.
Ο Πέτερ Μαγιάρ είχε ζητήσει επανειλημμένα από τον Σούλιοκ να αποχωρήσει, κατηγορώντας τον ότι δεν λειτουργεί ως σύμβολο εθνικής ενότητας αλλά ως εκπρόσωπος της πολιτικής κληρονομιάς του Όρμπαν.
Η αποχώρηση του Σούλιοκ σηματοδοτεί την πρώτη μεγάλη θεσμική σύγκρουση της νέας κυβέρνησης με το παλιό σύστημα εξουσίας και αναμένεται να αποτελέσει σημείο καμπής στη νέα πολιτική περίοδο της Ουγγαρίας.















