Το θέμα της προσιτότητας όσον αφορά στη στέγη αποτελεί μείζον πρόβλημα στην Ευρώπη, το οποίο ξεκίνησε την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης της δεκαετίας του 2010, με την κατάσταση να επιδεινώνεται περαιτέρω μετά την πανδημία.

Στο τέλος του 2024 οι τιμές των κατοικιών ήταν περίπου 55% υψηλότερες σε σύγκριση με το 2015

Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε δημοσίευμα για την κρίση στέγης, υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν δύο εκατομμύρια νέες κατοικίες μέχρι το 2035 προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες. Την ίδια στιγμή, σχεδόν οι μισοί Ευρωπαίοι είτε αδυνατούν να αγοράσουν σπίτι είτε εμφανίζονται απρόθυμοι να μπουν στη διαδικασία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Κομισιόν, οι τιμές των κατοικιών στην ΕΕ αυξήθηκαν ταχύτερα από τα εισοδήματα. Ειδικότερα, στο τέλος του 2024 ήταν περίπου 55% υψηλότερες σε σύγκριση με το 2015, έναντι αύξησης 49% του κατά κεφαλήν καθαρού εισοδήματος των νοικοκυριών την ίδια περίοδο.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί στην Ευρώπη δεν εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι θα καταφέρουν να αγοράσουν ένα σπίτι στη διάρκεια της ζωής τους. Ωστόσο, τα ποσοστά διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό τις πιέσεις στο κόστος στέγασης, σύμφωνα με την Έκθεση Τάσεων της Ευρωπαϊκής Αγοράς Κατοικίας 2025 της RE/MAX.

Διάβασε:
Καταρρέει με πάταγο το οικονομικό success story του Μητσοτάκη - Στην τελευταία θέση σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ το κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα - Εξαθλίωση και χάος παντού

Τα ευρήματα της έρευνας

Στο πλαίσιο της έρευνας που διεξήχθη τον Αύγουστο, ετέθη το ερώτημα «πότε, αν ποτέ, πιστεύετε ότι θα μπορέσετε να αγοράσετε ένα ακίνητο». Η απάντηση ήταν «ποτέ» για κατά μέσο όρο 29% των ερωτηθέντων. Το ποσοστό αυτό κυμάνθηκε από 13% στην Τουρκία έως 44% στην Τσεχία.

Τουλάχιστον ένας στους τρεις έδωσε αυτή την απάντηση στη Σλοβενία (39%), την Ιταλία (35%), τη Μάλτα (34%), την Ιρλανδία (33%), την Πολωνία (33%) και την Ουγγαρία (33%). Το ποσοστό ήταν επίσης πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στη Φινλανδία (32%), την Ελλάδα (30%), την Ελβετία (30%) και την Αυστρία (29%).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού ποσοστού (42%) όσων δεν αναμένουν να αποκτήσουν κάποιο ακίνητο προέρχεται από οικονομική αδυναμία και όχι από έλλειψη ενδιαφέροντος – 12% σε σύγκριση με 15% στην ΕΕ. Αυτό διαφοροποιεί την Ελλάδα από χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία, όπου η μη αγορά κατοικίας συνδέεται περισσότερο με συνειδητή επιλογή και ισχυρή κουλτούρα ενοικίασης.

Διάβασε:
ΚΑΙΝΕ ΟΙ ΤΙΜΕΣ ΤΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ: ΠΑΝΩ ΑΠΟ 2,27 ΕΥΡΩ Η ΒΕΝΖΙΝΗ – «ΒΑΘΙΑ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ» ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΑΛΟΥΝ ΟΙ ΑΔΕΙΟΥΧΟΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Στο χαμηλότερο άκρο της κλίμακας, βρίσκεται το Λουξεμβούργο (17%) και στο τέλος, με το χαμηλότερο ποσοστό, εμφανίζεται η Τουρκία (13%). Η Λιθουανία βρέθηκε στο 21%, ποσοστό που εξακολουθεί να αντιστοιχεί σε πάνω από έναν στους πέντε.

Μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρώπης, η Ιταλία (35%) κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό. Η Ισπανία και η Γαλλία είχαν τα χαμηλότερα (25%), με το Ηνωμένο Βασίλειο να ακολουθεί από κοντά (26%). Η Γερμανία βρέθηκε στο 28%, ελαφρώς κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Μιλώντας στο Euronews Business, ο διευθύνων σύμβουλος της RE/MAX Europe, Μάικλ Πόλτσλερ τόνισε ότι η προσιτότητα παραμένει μια σημαντική πρόκληση – ιδίως για τις νεώτερες γενιές -, ακόμα και σε αγορές με σχετικά σταθερές συνθήκες απασχόλησης. Αυτό έρχεται ως αποτέλεσμα, όπως είπε, «της αργής οικονομικής ανάπτυξης που έχει περιορίσει την αύξηση των εισοδημάτων σε πολλά μέρη της Ευρώπης, ενώ οι τιμές των ακινήτων συνέχισαν να αυξάνονται».

Στη συνέχεια, ο ίδιος υπογράμμισε ότι χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Τσεχία βλέπουν ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να απομακρύνονται από το «σκαλί» της ιδιοκατοίκησης, καθώς οι αυξανόμενες τιμές και οι μεγαλύτεροι χρόνοι αποταμίευσης καθιστούν την απόκτηση κατοικίας όλο και πιο απρόσιτη.