Μη υποχρεωτική και ασυμβίβαστη με τη διάκριση των εξουσιών θεωρεί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κώστας Τζαβέλλας, την κλήση του στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, ακολουθώντας πιστά το παράδειγμα των προκατόχων του, κ.κ. Τέντε και Αδειλίνη, όπως επίσης της πρώην εποπτεύουσας εισαγγελέως της ΕΥΠ και παρακολουθούμενης, κ. Βλάχου. Λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη εξέλιξη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης μεταβαίνει εσπευσμένα στην Επιτροπή.

Στην επιστολή που απέστειλε στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, η οποία τον καλεί με υποχρεωτικούς όρους προσέλευσης για ακρόαση, ο κ. Τζαβέλλας που αρχειοθέτησε με προκλητική διάταξη το σκάνδαλο των υποκλοπών και επί ημερών του στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στοχοποιούνται ΜΜΕ για τις αποκαλύψεις που έκαναν αναφορικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση, υποστηρίζει πως η σχετική πρόβλεψη του Κανονισμού της Βουλής «δεν συμβιβάζεται με τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών».

Ειδικότερα, σημειώνει στο συγκεκριμένο απόσπασμα της επιστολής:

«Η προπαρατεθείσα διάταξη του κανονισμού της Βουλής, που αναφέρεται στην δυνατότητα της ειδικής μόνιμης επιτροπής θεσμών και διαφάνειας της Βουλής των ελλήνων, να καλεί σε ακρόαση, μεταξύ άλλων, τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για θέματα που αφορούν σε λειτουργικά ζητήματα της δικαιοσύνης, προς το σκοπό της ενίσχυσης της διαφάνειας, όπως κρίθηκε, με την επισυναπτόμενη ισχύουσα και σήμερα, υπ’ αριθμ. 1/2011 πρακτικά – απόφαση της Ολομέλειας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, στην οποία και αναφερόμαστε, δεν συμβιβάζεται με τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος). Οι τρεις συντεταγμένες εξουσίες είναι ανεξάρτητες και ισότιμες. Περιπτώσεις επαφής και διασταυρώσεως τους, καθώς και η δυνατότητα προβλέψεως τέτοιας διασταυρώσεως, με κοινό νόμο, πρέπει να προκύπτουν, σαφώς, από το Σύνταγμα. Το τελευταίο τούτο ισχύει, ιδίως, ως προς τις σχέσεις της δικαστικής, με τις λοιπές εξουσίες, ενόψει ιδιαίτερης ευαισθησίας που εμφανίζει το εν γένει ζήτημα της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Η εν λόγω διάταξη, κατά το μέρος που προβλέπει την «κλήση» και «ακρόαση» κορυφαίων λειτουργούν της δικαιοσύνης, όπως των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον της συνεδριάζουσας ειδικής μόνιμης επιτροπής θεσμών και διαφάνειας, αφενός εισάγει περίπτωση επαφής των δύο εξουσιών, που υιοθετεί σχέση συγκεκριμένου οργάνου της Βουλής, έναντι οργάνων της δικαστικής εξουσίας και αφετέρου ενέχει (υποκύπτει) δυνατότητα ελέγχου».

Μάλιστα, ο κ. Τζαβέλλας περιφρονεί σε τέτοιο βαθμό την υποχρέωση λογοδοσίας ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας πως η κλήση του δεν είναι υποχρεωτική. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται: «Σε κάθε περίπτωση και οποιαδήποτε εκδοχή, σχετικά με το ζήτημα της συμβατότητας της διατάξεως προς το Σύνταγμα, η προσέλευση των κορυφαίων παραγόντων της δικαιοσύνης, προς ακρόαση, ενώπιον της επιτροπής, δεν είναι υποχρεωτική. Αυτό προκύπτει, εξ αντιδιαστολής, από τον ίδιο τον κανονισμό της Βουλής των Ελλήνων, ο οποίος, σχετικά με την προσέλευση άλλων λειτουργιών του κράτους και δημοσίων προσώπων, ορίζει, ότι αυτή είναι υποχρεωτική, δεν επαναλαμβάνει το ίδιο και προκειμένου για τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους του συμβουλίου της επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του ελεγκτικού συνεδρίου, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το γενικό επίτροπο της επικρατείας του ελεγκτικού συνεδρίου και τον γενικό επίτροπο των διοικητικών δικαστηρίων». Και καταλήγει λέγοντας: «Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η κλήση ημών, ως εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για ακρόαση, με τη ρητή επίκληση της ανωτέρω διατάξεων του κανονισμού της Βουλής, η οποία, κατά την ανωτέρω θέση και πεποίθησή μας, είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών και επιπλέον με την εν λόγω κλήση, ζητείται η ακρόαση μας, αόριστος, επι θεμάτων, δηλώνουμε, ότι δεν θα ανταποκριθούμε στην κλήση αυτή και δε θα προσέλθουμε στη συνεδρίαση της ειδικής επιτροπής και διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων».

Τέλος, επικαλείται την εισήγηση της Ολομέλειας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί ημερών Ιωάννη Τέντε στο ανώτατο εισαγγελικό αξίωμα, η οποία έχει μετατραπεί σε άλλοθι για όσες και όσους εισαγγελικούς λειτουργούς αρνείται τη λογοδοσία ενώπιον του Κοινοβουλίου.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ