Το «διάγγελμα» του πρωθυπουργού αναφορικά με το άνοιγμα της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης θέτει νέα δεδομένα στην κεντρικοπολιτική κονίστρα. Με το μεταρρυθμιστικό προφίλ της συμπολίτευσης να έχει τρωθεί (αν δεν έχει βαλτώσει), ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει το θεσμικό τερέν για να αλλάξει ατζέντα και να θέσει νέα διλήμματα στο κοινωνικοπολιτικό σκηνικό.

Πολλοί εικάζουν ότι η ολοκλήρωση των εργασιών της προαναθεωρητικής επιτροπής θα του έδινε τη δυνατότητα προσφυγής σε πρόωρες κάλπες. Ωστόσο, η άποψη αυτή φαίνεται να προσκρούει στην ολοκλήρωση των εκταμιεύσεων που αφορούν το Ταμείο Ανάκαμψης, διαδικασία που έχει ως ορίζοντα περαίωσης τον ερχόμενο Δεκέμβριο.

Παράλληλα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν πως η επιλογή του πρωθυπουργού να επισπεύσει την έναρξη της συνταγματικής αναθεώρησης πριν από τη ΔΕΘ έχει σκοπό να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη δυσμενή επικαιρότητα που θα προκαλέσει για τη ΝΔ η θρυλούμενη διαβίβαση της νέας δικογραφίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Από την άλλη, υπάρχουν στελέχη της πλειοψηφίας που πιστεύουν ακράδαντα πως η ζημιά για τη «γαλάζια» παράταξη έχει ήδη γίνει και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη ασχέτως του περιεχομένου της δικογραφίας.

Διάβασε:
Πολάκης για «Νέρωνα Μητσοτάκη»: «Να τρώνε λεφτά τους νοιάζει σε κάθε καταστροφή»

Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία που αναμένεται να εκκινήσει την άνοιξη απαιτεί συγκλίσεις, τις οποίες το υπάρχον πολιτικό προσωπικό και δη σε αυτήν τη συγκυρία δεν μοιάζει ικανό να πετύχει. Για να «κλειδώσει» η αναθεώρηση κάποιου άρθρου θα πρέπει να λάβει από την προτείνουσα Βουλή τουλάχιστον 180 ψήφους και στις δύο ψηφοφορίες που θα διεξαχθούν στην Ολομέλεια, κάτι που μπορεί να γίνει αντιληπτό και ως «λευκή επιταγή» για την επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία, καθώς η αναθεωρητική Βουλή (δηλαδή, η επόμενη) θα πρέπει απλά να επικυρώσει την τροποποίηση με τουλάχιστον 151 ψήφους.