Ενα τεράστιο «αν» κυριαρχεί από το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης που ο κόσμος ανέπνευσε με ανακούφιση στο άκουσμα της δεκαπενθήμερης εκεχειρίας. Τι άλλο θα μπορούσε να αισθανθεί ένας παρατηρητής των εξελίξεων πέρα από ανακούφιση, ειδικά αν γνώριζε ότι η Ευρώπη συνολικά είχε ένα περιθώριο περίπου τεσσάρων εβδομάδων μέχρι να εξαντληθούν τα καύσιμα και το φυσικό αέριο, κάτι που θα μετέτρεπε το εφιαλτικό σενάριο του ενεργειακού λοκντάουν σε πραγματικότητα;

Για να καταλάβουμε τον κίνδυνο αρκεί να αναλογιστούμε ότι η Ελλάδα σχεδιάζει να απελευθερώσει περί τα 2 εκατ. βαρέλια πετρελαίου με τη μορφή βενζίνης, ντίζελ και μαζούτ από τα στρατηγικά αποθέματά της (περί τα 25 εκατ. βαρέλια), αφού αλλιώς θα βρισκόμασταν σε καθεστώς πνιγμού λόγω έλλειψης υγρών καυσίμων. Οπότε, αν τελικά επιτευχθεί η ειρήνευση στην περιοχή που αποτελεί τον ενεργειακό κόμβο του κόσμου, τότε θα έρθει η μεταβατική περίοδος που οδηγεί στην εξομάλυνση.

Παρά την αισιοδοξία, οφείλουμε να εστιάσουμε στη μεταβατική περίοδο κι εκεί γεννάται απαισιοδοξία για την ελληνική οικονομία, που έχει παραδοθεί γυμνή από τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην παγκόσμια ανισορροπία. Ακόμη κι αν η κρίση αποκλιμακωθεί πλήρως, οι ενεργειακές αγορές δεν αναμένεται να επιστρέψουν άμεσα στα επίπεδα τιμών πριν από την κρίση στον Περσικό. Αυτό που έχει προεξοφληθεί είναι ότι για διάστημα τουλάχιστον 12 έως 18 μηνών θα διατηρηθεί ένα «μόνιμο» γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου –το λεγόμενο «risk premium»– στις τιμές της ενέργειας.

Διάβασε:
Και πρώτοι σε υπερεργασία και κακοπληρωμένοι στην ΕΕ οι Έλληνες

Αυτό το «ασφάλιστρο κινδύνου» της γεωπολιτικής αναταραχής αντανακλά τρεις βασικούς παράγοντες: αυξημένα ασφάλιστρα μεταφοράς για δεξαμενόπλοια, ανάγκη διατήρησης μεγαλύτερων αποθεμάτων ασφαλείας από τις χώρες-εισαγωγείς και διατήρηση γεωπολιτικής αβεβαιότητας στη Μέση Ανατολή (ας μην ξεχνάμε την αισχρότητα των πολιτικών χειρισμών του Ισραήλ).

Για την Ευρώπη αυτό σημαίνει υψηλότερες τιμές σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Για την Ελλάδα όμως, μια οικονομία με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα έντονες και επηρεάζουν την καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η ενεργειακή εξάρτηση

Η αποκατάσταση των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο απομακρύνει τον κίνδυνο φυσικών ελλείψεων. Ωστόσο η αγορά συνεχίζει να τιμολογεί τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Με βάση τις τρέχουσες εκτιμήσεις των ενεργειακών αγορών, η νέα ισορροπία τιμών για το επόμενο διάστημα διαμορφώνεται περίπου ως εξής:

  • Πετρέλαιο μπρεντ: 85-102 δολάρια ανά βαρέλι.
  • Ευρωπαϊκό φυσικό αέριο (TTF): 40-50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
  • Προϊόντα διύλισης όπως το ντίζελ: αυξημένα κατά 15-25% σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την κρίση.
Διάβασε:
«Εξοικονόμησαν» 14 ευρώ τον χρόνο για κάθε πολίτη και πανηγυρίζουν

Η Ελλάδα ανήκει στις πιο ενεργειακά εξαρτημένες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Περίπου το 75-80% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας καλύπτεται από εισαγωγές. Η χώρα εισάγει περίπου 340.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ενώ οι ετήσιες εισαγωγές φυσικού αερίου προσεγγίζουν τα 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Μεγάλο μέρος του φυσικού αερίου εισέρχεται με τη μορφή υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) που εκφορτώνεται στον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας, ενώ σημαντική ενίσχυση του συστήματος αναμένεται να προσφέρει και ο νέος σταθμός FSRU Αλεξανδρούπολης. Η υψηλή αυτή εξάρτηση σημαίνει ότι οποιαδήποτε αύξηση τιμών μεταφέρεται σχεδόν άμεσα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Είναι ακριβώς η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής οικονομίας (στο εντεκάμηνο του προηγούμενου έτους έλλειμμα 29,918 δισ. ευρώ). Αν μάλιστα δούμε τον δείκτη υγείας μιας οικονομίας, που είναι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τότε εύκολα διαπιστώνουμε τα εγκλήματα Μητσοτάκη, καθώς παρέλαβε έλλειμμα στα 2,5 δισ. ευρώ το 2019, ενώ το 2025 έκλεισε στα 14,1 δισ. ευρώ, όταν το 2022 είχε φτάσει στα 20,145 δισ. ευρώ.

Διάβασε:
Νέα γενιά σε αδιέξοδο - Πώς οι ευρωπαϊκοί δείκτες αποτυπώνουν τη σκληρή πραγματικότητα των νέων στην Ελλάδα

Πληθωριστικές πιέσεις

Σε ένα τυπικό έτος η Ελλάδα δαπανά περίπου 15 έως 18 δισ. ευρώ για εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων. Αν το risk premium διατηρήσει τις διεθνείς τιμές πετρελαίου κατά περίπου 15 δολάρια υψηλότερα ανά βαρέλι και το φυσικό αέριο κατά περίπου 12 ευρώ υψηλότερα ανά μεγαβατώρα, το επιπλέον κόστος για την ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ σε ετήσια βάση. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 1,3% του ελληνικού ΑΕΠ και επιβαρύνει άμεσα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η παρατεταμένη διατήρηση υψηλών τιμών καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας εκτιμάται ότι μπορεί να αυξήσει τον πληθωρισμό κατά 1 έως 1,2 ποσοστιαίες μονάδες. Η αύξηση αυτή προέρχεται κυρίως από τρεις πηγές: το κόστος καυσίμων στις μεταφορές, τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά και την έμμεση μετακύλιση του ενεργειακού κόστους στα τρόφιμα και τα βιομηχανικά προϊόντα.

Οδυνηρές επιπτώσεις σε βασικούς κλάδους

Ο τουρισμός, που αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις ενεργειακές τιμές. Η αύξηση του κόστους των αεροπορικών καυσίμων μπορεί να οδηγήσει σε ακριβότερα εισιτήρια και υψηλότερο λειτουργικό κόστος για τα ξενοδοχεία. Σε ένα τέτοιο σενάριο η ζήτηση ενδέχεται να περιοριστεί οριακά, με πιθανή μείωση αφίξεων της τάξης του 1%-3%. Εκτεθειμένη εμφανίζεται η ενεργοβόρος βιομηχανία. Κλάδοι όπως το τσιμέντο, τα μέταλλα και τα χημικά προϊόντα αντιμετωπίζουν αυξήσεις κόστους παραγωγής που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ξεπεράσουν το 10%. Τα ίδια, αν όχι χειρότερα, προβλέπονται για τις βιομηχανίες τροφίμων και τελικά για τα προϊόντα που έρχονται στα ράφια των σουπερμάρκετ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ