Οι τιμές των καυσίμων στην ΕΕ σημείωσαν ραγδαία άνοδο μετά την πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή. Οι τιμές λιανικής πώλησης της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης αυξήθηκαν σημαντικά κατά μέσο όρο σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.

Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακή χρήση, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου παρουσίασαν μικρή αύξηση σε σύγκριση με τα καύσιμα.

«Η συνεχιζόμενη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή αποτελεί ουσιαστικά ένα σοκ στην προσφορά καυσίμων. Ως αποτέλεσμα, ο άμεσος αντίκτυπος στην ευρωπαϊκή προσφορά φυσικού αερίου, και κατά συνέπεια στις λιανικές τιμές του φυσικού αερίου, είναι πιο έντονος σε σύγκριση με τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας», δήλωσε ο Ιωάννης Κόρας, ανώτερος αναλυτής της αγοράς ενέργειας στη VaasaETT, στο Euronews Business.

Πώς, λοιπόν, μεταβλήθηκαν οι τιμές της ενέργειας για τα νοικοκυριά μετά την κοινή επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου και τις αντιδράσεις της Τεχεράνης; Ποιες χώρες παρουσίασαν τις υψηλότερες αυξήσεις στις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες;

Διάβασε:
Πρωταθλήτρια στις αυξήσεις ενοικίων η Ελλάδα – Τι κάνει η Ισπανία που αρνείται ο Μητσοτάκης

Πτώσεις κα αυξήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα
Σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Ενέργειας για τα Νοικοκυριά (HEPI), ο οποίος καταρτίζεται από την Energie-Control Austria, τη MEKH και τη VaasaETT, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τους τελικούς οικιακούς καταναλωτές μειώθηκαν κατά 3,1% κατά μέσο όρο στις πρωτεύουσες της ΕΕ μεταξύ 2 Φεβρουαρίου 2026 και 1 Απριλίου 2026.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η τιμή μειώθηκε από 26,13 σεντ ανά kWh σε 25,31 σεντ/kWh.

Η πρωτεύουσα της Εσθονίας, το Ταλίν, σημείωσε τη μεγαλύτερη μείωση κατά 19%, ακολουθούμενη από την Κοπεγχάγη (15,9%), τη Στοκχόλμη (15,2%) και τη Λιουμπλιάνα (15%).

Το Ελσίνκι (11,9%), η Ρίγα (11,6%) και η Μαδρίτη (10,9%) σημείωσαν επίσης μειώσεις άνω του 10%.

Σύμφωνα με το euronews, ο Κόρας σημείωσε ότι η άνοιξη αντιπροσωπεύει συνήθως μια μεταβατική περίοδο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και σχετικά μέτρια ζήτηση, μετά τη χειμερινή περίοδο θέρμανσης και πριν από τις καλοκαιρινές αιχμές ζήτησης για ψύξη.

Διάβασε:
Οι νέοι στην Ελλάδα στους φτωχότερους στην Ευρώπη

«Αυτή η εποχική δυναμική επιτρέπει σε αγορές όπως οι σκανδιναβικές και η Ιβηρική να επωφεληθούν από μειώσεις τιμών, αποδεικνύοντας αποτελεσματικά έναν βαθμό αποσύνδεσης από τις πιέσεις στις τιμές που οφείλονται στα καύσιμα», είπε.

Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως η Ισπανία, η Μεγάλη Βρετανία και η Κύπρος, όπου οι κυβερνητικές παρεμβάσεις έχουν μετριάσει τον αντίκτυπο στα νοικοκυριά μέσω δημοσιονομικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων μειώσεων του φόρου ενέργειας ή του ΦΠΑ.

Η Ρώμη κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση με 7,9%. Η αύξηση ήταν επίσης πάνω από 3% στο Δουβλίνο (5,7%), τη Λισαβόνα (5,4%) και την Αθήνα (3,3%).

Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά παρέμειναν αμετάβλητες ή παρουσίασαν πολύ μικρές μεταβολές σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Ο κ. Κόρας τόνισε ότι οι αγορές με υψηλότερο μερίδιο παραγωγής από φυσικό αέριο, ιδίως εκείνες όπου το φυσικό αέριο καθορίζει συχνά την οριακή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας (π.χ. Ιταλία, Ιρλανδία και Ελλάδα), τείνουν να παρουσιάζουν ισχυρότερες αυξήσεις στις χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά συνέπεια, στους λογαριασμούς των τελικών καταναλωτών.

Διάβασε:
«Φρένο» στην άνοδο του πετρελαίου

Μεταβολή στις τιμές του φυσικού αερίου
Οι τιμές του φυσικού αερίου για τους τελικούς οικιακούς καταναλωτές αυξήθηκαν κατά 6,8% στις πρωτεύουσες της ΕΕ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, από 10,67 c€/kWh σε 11,40 c€/kWh.

Με εξαίρεση λίγες πόλεις, οι τιμές του φυσικού αερίου για τους οικιακούς τελικούς χρήστες σημείωσαν σημαντικές αυξήσεις.

Οι Βρυξέλλες (28,8%), το Βερολίνο (28,6%) και η Αθήνα (21,3%) κατέγραψαν αυξήσεις άνω του 20%.

Η αύξηση ξεπέρασε επίσης το 10% στη Βιέννη (16,9%), το Άμστερνταμ (14,8%) και τη Ρώμη (10,9%).

Οι αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου ήταν επίσης αξιοσημείωτες στο Βουκουρέστι (8,9%), τη Ρίγα (8,7%), το Λονδίνο (8,6%), το Παρίσι (7,9%) και το Ταλίν (7,2%), όλες πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Αντίθετα, η Μαδρίτη σημείωσε τη μεγαλύτερη πτώση κατά 7,9%, ακολουθούμενη από τη Λιουμπλιάνα (4%) και τη Βαρσοβία (3,5%).

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ