Το λογιστικό σφάλμα που επικαλείται ο κ. Τσάφος σε ανάρτησή του στο Linkedin, σχετικά με τη σύγκριση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεικνύει τελικά τη δική του αδυναμία να αντιληφθεί την πραγματική οικονομική διάσταση του προβλήματος.
Σχολιάζοντας τη μελέτη του ινστιτούτου Green Tank, η οποία συμπεραίνει ότι η ελληνική λιανική αγορά παραμένει διαχρονικά από τις ακριβότερες στην ΕΕ-27 στο ανταγωνιστικό σκέλος, ο κ. Τσάφος υποστήριξε ότι το εύρημα βασίζεται σε μια παρερμηνεία των στοιχείων της Eurostat.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του, το υψηλό κόστος ενέργειας και προμήθειας στην Ελλάδα οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτή τη στήλη συμπεριλαμβάνονται οι απώλειες συστήματος και τα κόστη σταθεροποίησής του, τα οποία σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες χρεώνονται στα δίκτυα.
Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι η Ελλάδα έχει τις χαμηλότερες χρεώσεις δικτύου στην Ευρώπη και ότι το ζήτημα είναι καθαρά λογιστικό, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι αν συνυπολογιστούν οι προσαυξήσεις και οι απώλειες, το «χάσμα» κερδοφορίας μεταξύ χονδρικής και λιανικής περιορίζεται σημαντικά.
Ωστόσο, ο κ. Τσάφος φαίνεται να αγνοεί επιδεικτικά μια βασική οικονομική αρχή: ότι η απόλυτη τιμή της κιλοβατώρας δεν έχει καμία απολύτως αξία αν δεν σταθμιστεί με την αγοραστική δύναμη του Έλληνα καταναλωτή σε σύγκριση με εκείνη του μέσου Ευρωπαίου.
Αν περιοριστεί κανείς στα ωμά νούμερα, η συνολική τιμή της κιλοβατώρας στην Ελλάδα (μαζί με ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόρους και τέλη) διαμορφώνεται στα 23,4 λεπτά, την ώρα που ο μέσος όρος στην ΕΕ-27 είναι 28,9 λεπτά, δηλαδή κατά 23% υψηλότερος. Η πραγματική εικόνα όμως ανατρέπεται πλήρως όταν εξετάσει κανείς τα εισοδήματα, καθώς ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα αγγίζει μόλις τα 17.954 ευρώ, έναντι των 39.808 ευρώ στην ΕΕ-27.
Αυτό σημαίνει ότι οι αμοιβές στην Ελλάδα είναι κατά 129% χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όταν, λοιπόν, γίνει η απαραίτητη στάθμιση της τιμής του ρεύματος με βάση την πραγματική αγοραστική δύναμη, αποδεικνύεται ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν ανήκει στις φθηνές χώρες, αλλά φιγουράρει ως η 10η ακριβότερη σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η προσπάθεια του κ. Τσάφου να υποβαθμίσει ένα μείζον κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα σε μια απλή «λογιστική ασυμφωνία» δείχνει ότι είτε στερείται βασικών γνώσεων στατιστικής ανάλυσης, είτε επιχειρεί συνειδητά να παραπλανήσει την κοινή γνώμη με φτηνά επικοινωνιακά τεχνάσματα.















