Η έλλειψη προσωπικού στον ελληνικό δημόσιο τομέα παραμένει ένα σταθερό και βαθύ πρόβλημα.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Πανελληνίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ-τ.ΟΕΕ-τ.ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ), το Δημόσιο έχασε περισσότερους από 268.000 υπαλλήλους μέσα σε μία δεκαετία, και έκτοτε η αναπλήρωσή τους γίνεται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αυτή η αναπλήρωση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μη τακτικό προσωπικό, γεγονός που πλήττει άμεσα τη συνέχεια και τη σταθερότητα των παρεχόμενων δημόσιων υπηρεσιών.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της έκθεσης είναι ότι ο μέσος χρόνος που απαιτείται από την έγκριση του ετήσιου προγραμματισμού προσλήψεων μέχρι την πραγματική ανάληψη υπηρεσίας από τον νεοπροσλαμβανόμενο αγγίζει τα δύο με τρία χρόνια. Στο μεσοδιάστημα αυτό, οι υπηρεσίες αναγκάζονται να λειτουργούν με σημαντικά κενά. Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στον μεγάλο όγκο των απαιτούμενων διοικητικών πράξεων, όπως οι εγκρίσεις, οι προκηρύξεις, οι γραπτοί διαγωνισμοί, οι ενστάσεις και οι οριστικοί πίνακες, με αποτέλεσμα οι επιτυχόντες να μένουν αδιόριστοι και οι υπηρεσίες υποστελεχωμένες για μεγάλο διάστημα. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, η ΠΑΝΣΥΠΟ προτείνει ένα σύστημα που θα προβλέπει τις αποχωρήσεις σε ορίζοντα τριετίας, θα ξεκινά εγκαίρως τις διαδικασίες και θα ανταποκρίνεται σε πραγματικές λειτουργικές ανάγκες, αντί για μια απλή αριθμητική εξίσωση.
Αναφορικά με τον κανόνα προσλήψεων-αποχωρήσεων 1:1, η έκθεση επισημαίνει ότι αυτός υπολογίζεται συγκεντρωτικά σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, γεγονός που καλύπτει τις έντονες εσωτερικές ανισότητες. Μια αποχώρηση από μια υποστελεχωμένη υπηρεσία της περιφέρειας δεν ισοδυναμεί λειτουργικά με μια πρόσληψη σε τελείως διαφορετικό τομέα ή χρόνο. Έτσι, ενώ η εθνική αναλογία μπορεί να φαίνεται ισορροπημένη, η διοικητική πραγματικότητα παραμένει άνιση, αποδεικνύοντας ότι ο κανόνας αυτός λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο δημοσιονομικού ελέγχου παρά ως ορθό σύστημα στελέχωσης. Άλλωστε, η μεγάλη μείωση του προσωπικού την περίοδο 2009-2018 συνοδεύτηκε από μια σχετική σταθεροποίηση της μισθολογικής δαπάνης, δείχνοντας ότι ο έλεγχος του ανθρώπινου δυναμικού χρησιμοποιήθηκε ως μέσο περιορισμού των δαπανών και λιτότητας.
Τα δεδομένα της τελευταίας δεκαπενταετίας αποκαλύπτουν το μέγεθος της συρρίκνωσης. Από τους 964.508 εργαζόμενους στη Γενική Κυβέρνηση το 2009, ο αριθμός υποχώρησε στους 695.751 το 2018, σημειώνοντας απώλεια 268.757 θέσεων εργασίας. Το τακτικό προσωπικό μειώθηκε κατά 126.396 άτομα, πέφτοντας από τις 692.907 στις 566.511. Αντίθετα, το μη τακτικό προσωπικό ακολούθησε αυξητική πορεία, καθώς οι συμβασιούχοι ανήλθαν από 100.603 το 2019 σε 153.220 το 2026. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το συνολικό άθροισμα των εργαζομένων να εμφανίζει άνοδο από τις 672.927 το 2019 στις 724.071 το 2026, μια αύξηση όμως που δεν οφείλεται στην ενίσχυση του μόνιμου πυρήνα, αλλά στη διεύρυνση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης.
Τα στοιχεία της περιόδου 2013-2024 επιβεβαιώνουν αυτή την τάση, καθώς οι σωρευτικές προσλήψεις τακτικού προσωπικού ήταν 133.505, ενώ οι αποχωρήσεις έφτασαν τις 202.997, αφήνοντας ένα αρνητικό ισοζύγιο 69.492 θέσεων, που σημαίνει ότι για κάθε 100 υπαλλήλους που αποχωρούσαν, προσλαμβάνονταν μόλις 66. Οι περισσότερες απώλειες εντοπίζονται την τριετία 2013-2015, ξεπερνώντας τις 63.000. Η σταθεροποίηση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σε χαμηλότερα επίπεδα δεν ισοδυναμεί με ανάκτηση των χαμένων θέσεων, καθώς το νέο μείγμα της διοίκησης περιλαμβάνει πλέον λιγότερους μόνιμους και περισσότερους συμβασιούχους.
Κατά την περίοδο 2021-2025, το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκε κατά 25.349 εργαζόμενους και το τακτικό προσωπικό κατά 5.140. Αν και το μη τακτικό προσωπικό σημείωσε επίσης κάμψη, παρέμεινε σε επίπεδα άνω των 219.000 θέσεων, αριθμός εξαιρετικά υψηλός αν αναλογιστεί κανείς ότι το 2013 οι μη τακτικοί υπάλληλοι ήταν μόλις 58.756. Παράλληλα, από τις 77.474 προσλήψεις της ίδιας περιόδου, το 17,4% πραγματοποιήθηκε εκτός του θεσμοθετημένου κανόνα, γεγονός που αναδεικνύει ότι ένα σημαντικό μέρος των προσλήψεων γίνεται μέσω εξαιρέσεων και ειδικών διαδρομών, επιβεβαιώνοντας την ανεπάρκεια του υφιστάμενου πλαισίου.















