«Χρειαζόμαστε ένα εξιλαστήριο θύμα» – με αυτή την κυνική παραδοχή ο δικηγόρος Αλέξανδρος Γεωργούλης, περιγράφει την οπτική της υπεράσπισης για μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό γύρω από τον τρόπο απόδοσης κατηγοριών. Στο επίκεντρο της τραγωδίας της Χίου, όπου δεκαπέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, η προανακριτική διαδικασία βρίσκεται υπό το μικροσκόπιο, καθώς η υπεράσπιση υποστηρίζει πως η ενοχή του κατηγορουμένου φαίνεται να προκρίθηκε έναντι των καταθέσεων των ίδιων των επιζώντων.

Ο κ. Γεωργούλης κάνει λόγο για «nationality profiling», σημειώνοντας πως ο εντολέας του, ο μοναδικός Μαροκινός ανάμεσα σε δεκάδες επιβάτες από το Αφγανιστάν, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη βαριά κατηγορία του διακινητή αφού «αναγνωρίστηκε» από έναν και μόνο πρόσφυγα ως ο καπετάνιος του μοιραίου σκάφους.

Σύμφωνα με την πλευρά των συνηγόρων του 31χρονου, οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν πρέπει να ελεγχθούν για την αντικειμενικότητά τους και συγκεκριμένα, καταγγέλλεται πως κατά την εξέταση των μαρτύρων, υποδείχθηκε στους διασωθέντες αποκλειστικά η φωτογραφία του πελάτη τους (σ.σ.: κατηγορουμένου), αντί της προβλεπόμενης διαδικασίας αναγνώρισης κατά την οποία επιδεικνύονται περισσότερα πρόσωπα ώστε να γίνει συνειδητή επιλογή από όσους καταθέτουν. Ο τρόπος προσέγγισης της υπόθεσης από τα στελέχη του λιμενικού που διεξήγαν την προανάκριση, κατά την υπεράσπιση, επηρεάζει την αξιοπιστία της διαδικασίας.

Διάβασε:
Τι το ήθελες το τσίμπημα; Εκτός καθηκόντων προσωρινά ο Μητροπολίτης Φλωρίνης Ειρηναίος λόγω λοίμωξης του αναπνευστικού

Τα στοιχεία της δικογραφίας αναδεικνύουν μια σύνθετη εικόνα: από τους επτά μάρτυρες που εξετάστηκαν, οι πέντε απέκλεισαν το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να βρισκόταν στο πηδάλιο. Μάλιστα, ένας από τους διασωθέντες κατέθεσε πως ο 31χρονος ήταν απλώς ένας συνεπιβάτης που καθόταν δίπλα του. Από τους δύο μάρτυρες που αρχικά τον υπέδειξαν, η μία ανακάλεσε τη θέση της ενώπιον της ανακρίτριας, ενώ ο δεύτερος δεν κατέστη εφικτό να δώσει συμπληρωματική κατάθεση, καθώς είχε μεταβεί στην Αθήνα.

Επιπρόσθετα ένα ακόμα στοιχείο που αποκαλύπτει η προανάκριση που διεξήγαν στελέχη του λιμενικού σώματος και δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά είναι το γεγονός πως δεν αποτυπώθηκαν λεπτομέρειες σχετικά με τις συνθήκες της σύγκρουσης που φέρονται να έδιναν οι επιζώντες, κάτι που ανάγκασε την ανακρίτρια να τους καλέσει έτσι ώστε να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους 15 άνθρωποι.

Η επίσημη εκδοχή του Λιμενικού κάνει λόγο για απόπειρα εμβολισμού από το πλοιάριο των προσφύγων, μια εκδοχή που ωστόσο τίθεται υπό αμφισβήτηση από τις αφηγήσεις των διασωθέντων. Οι επιζώντες ενώπιον της ανακρίτριας περιγράφουν μια απότομη προσέγγιση που προσομοιάζει σε επιχείρηση αποτροπής, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση ή σινιάλα, πέρα από έναν προβολέα που άναψε λίγες στιγμές πριν τη σύγκρουση. Η σοβαρότητα των αντικρουόμενων εκδοχών οδήγησε την ανακρίτρια στην απόφαση να ζητήσει συμπληρωματικές εξηγήσεις και από στελέχη του πληρώματος, προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα κενά που εντοπίστηκαν στις αρχικές καταθέσεις.

Διάβασε:
Ζήσε το όνειρο στην Ελλάδα του Μητσοτάκη - Τρένο ακινητοποιήθηκε στην Οινόη λόγω πυρκαγιάς στις γραμμές - Το λεωφορείο που μετέφερε έπειτα τους επιβάτες έπιασε φωτιά στον κινητήρα

Εμπλοκή στα «τυφλά»

Στο πεδίο των επιχειρησιακών δεδομένων, η μη καταγραφή της «εμπλοκής» του Λιμενικού Σώματος με τη λέμβο αποτελεί ένα από τα κρισιμότερα σημεία της υπόθεσης. Το σκάφος ΛΣ 1077 διέθετε προηγμένο εξοπλισμό καμερών, ο οποίος όμως δεν βρισκόταν σε λειτουργία τη στιγμή της μοιραίας σύγκρουσης. Ενώ η επίσημη πλευρά υποβαθμίζει το γεγονός ως τεχνική παράλειψη χωρίς δόλο, η υπεράσπιση και ανθρωπιστικές οργανώσεις επισημαίνουν πως η απουσία οπτικού υλικού στερεί από την έρευνα τη δυνατότητα να αξιολογήσει με ακρίβεια τους ελιγμούς που προηγήθηκαν της βύθισης.