Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανοίγει εκ νέου, και αυτή τη φορά με κατεπείγουσες διαδικασίες, τον φάκελο των υποκλοπών, φέρνοντας την ελληνική κυβέρνηση αντιμέτωπη με ένα βαρύ θεσμικό κατηγορητήριο.
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου αποφάσισε να εξετάσει κατά προτεραιότητα την προσφυγή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Νίκου Ανδρουλάκη, για τη μη συμμόρφωση της ΕΥΠ στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που προέβλεπε την επίσημη ενημέρωσή του για την παρακολούθησή του.
Παράλληλα, το ΕΔΑΔ έθεσε σαφή προθεσμία προς την ελληνική πλευρά, καλώντας την κυβέρνηση να καταθέσει την αντίκρουσή της έως τις 16 Φεβρουαρίου.
Η εξέλιξη αυτή προσδίδει διεθνή διάσταση σε ένα σκάνδαλο που, παρά τη σοβαρότητά του, επιχειρήθηκε συστηματικά να υποβαθμιστεί στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, μέσα από ελεγχόμενες θεσμικές διαδικασίες και επικοινωνιακούς χειρισμούς.
Έναν χρόνο μετά την απόφαση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, η ΕΥΠ δεν έχει συμμορφωθεί, αφήνοντας ανεφάρμοστη μια δεσμευτική δικαστική κρίση. Η παράλειψη αυτή δεν αποτελεί απλώς διοικητική αδράνεια, αλλά εγείρει σοβαρό ζήτημα σεβασμού του κράτους δικαίου και της συνταγματικής τάξης, ιδίως όταν αφορά υπόθεση παρακολούθησης πολιτικού αρχηγού.
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται πλέον ο πρωθυπουργός, υπό την άμεση εποπτεία του οποίου υπαγόταν η ΕΥΠ την περίοδο των παρακολουθήσεων. Η κυβερνητική σιωπή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το εύρος των αποκαλύψεων που βλέπουν το φως της δημοσιότητας στο πλαίσιο της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, με καταθέσεις και στοιχεία που σκιαγραφούν ένα σύνθετο πλέγμα θεσμικών παρεμβάσεων, αλλά και μια εξεταστική επιτροπή της Βουλής που το 2023 λειτούργησε περισσότερο ως μηχανισμός εκτόνωσης παρά ως εργαλείο ουσιαστικού ελέγχου.
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν αφορά μόνο την προσωπική δικαίωση του Νίκου Ανδρουλάκη. Αποτελεί κρίσιμο σταθμό για τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών και υπενθύμιση ότι ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν παραγράφονται ούτε αποσιωπούνται. Σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβερνητική αξιοπιστία δοκιμάζεται έντονα, η παρέμβαση του Στρασβούργου επαναφέρει με θεσμικούς όρους το ερώτημα της λογοδοσίας, φωτίζοντας τις σκιές που εξακολουθούν να καλύπτουν την υπόθεση των υποκλοπών.















