Το υπόλοιπο του έτους είναι απίθανο να φέρει μεγάλη ευδιαθεσία σε σχέση με την οικονομία της ευρωζώνης. Ενώ η Ευρώπη μετράει το κόστος των πυρκαγιών και τις υψηλές θερμοκρασίες ρεκόρ, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ένα αναμφισβήτητα κρύο φθινόπωρο και χειμώνα, από πλευράς οικονομίας.
Εξουθενωμένη από το αυξανόμενο κόστος δανεισμού και την πτώση της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών, η οικονομία της ευρωζώνης εξασθενεί με ταχείς ρυθμούς. Τα επιτόκια αυξήθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα σε επίπεδα ρεκόρ, ο πληθωρισμός πέφτει αλλά παραμένει πεισματικά υψηλός και την περασμένη Παρασκευή, ήρθε μια νέα προειδοποίηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την υποτονικότητα της ανάπτυξης.
Όλα αυτά συνθέτουν μια ζοφερή εικόνα που υποδηλώνει ότι η κρίση κόστους ζωής που προκλήθηκε, πρώτα από τις συνέπειες της πανδημίας και στη συνέχεια από τα οικονομικά μέτρα κατα της Ρωσίας μετά την εισβολή της στην Ουκρανία, θα συνεχιστεί τον χειμώνα – κάνοντας τη ζωή δύσκολη για εκατομμύρια ευρωπαίους πολίτες και ασκώντας πίεση στους πολιτικούς ηγέτες από το Παρίσι μέχρι το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες.
«Μετά τη στασιμότητα στην αρχή του έτους, η ανάπτυξη είναι πιθανό να παραμείνει υποτονική» κατά τη διάρκεια του έτους, αναγνώρισε ο Επίτροπος Οικονομίας της ΕΕ Paolo Gentiloni σε διάσκεψη στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας την Παρασκευή. Όσο αφορά την πρόβλεψη για το 2023 για την ευρωζώνη που θα παρουσιάσει τον Σεπτέμβριο, «είναι πιθανό να είναι λιγότερο αισιόδοξη από ό,τι είχε προβλεφθεί ακόμη και μόλις τον Ιούνιο», πρόσθεσε.
Ένα αποφασιστικό «ίσως»
Ο Αύγουστος ξεκίνησε με τα επιτόκια στο 3,75% στην Ευρωζώνη, τόσο υψηλά όσο ποτέ. Έχουν επίσης αυξηθεί ταχύτερα από κάθε άλλη φορά στην 25χρονη ιστορία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), δυσκολεύοντας τη ζωή των δανειοληπτών και ασκώντας ασφυκτική πίεση στην ανάπτυξη. Την Πέμπτη, η πρόεδρος της ΕΚΤ Christine Lagarde ανακοίνωσε ότι οι αυξήσεις μπορεί να σταματήσουν – αλλά μπορεί και όχι.
«Υπάρχει η πιθανότητα μιας αύξησης, υπάρχει η πιθανότητα μιας παύσης, είναι ένα αποφασιστικό “ίσως”», είπε σχετικά με το τι μπορεί να κάνει η τράπεζα στην επόμενη συνεδρίαση της, τον Σεπτέμβριο. «Αλλά μην περιμένετε να σας πώ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τώρα», πρόσθεσε.
Οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια για να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να αποταμιεύουν περισσότερα και να ξοδεύουν λιγότερα. Αυτό σχεδόν πάντα επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη.
Η άνευ προηγουμένου αύξηση των επιτοκίων τον περασμένο χρόνο άρχισε να αποδίδει καρπούς στο μέτωπο του πληθωρισμού: Στο 5,5% τον Ιούνιο, έχει μειωθεί σχεδόν στο μισό της κορύφωσης του Οκτωβρίου. Ωστόσο, αυτό έχει κόστος: Η ζήτηση δανείων από τις επιχειρήσεις μειώθηκε σε ιστορικό χαμηλό το δεύτερο τρίμηνο, σύμφωνα με έρευνα της ΕΚΤ. Η ζήτηση για πιστώσεις από τα νοικοκυριά υποχώρησε επίσης. Λόγω της αναπόφευκτης καθυστέρησης μεταξύ της αύξησης των επιτοκίων και της διαπίστωσης του πλήρους αντικτύπου τους, οι αναλυτές προβλέπουν ότι η πλήρης επίδραση της νομισματικής σύσφιξης δεν έχει ακόμη φανεί.
«Η εκστρατεία αύξησης των επιτοκίων της ΕΚΤ προκαλεί ήδη οικονομική ζημιά», δήλωσε η Ann-Katrin Petersen, ανώτερη σχεδιάστρια επενδυτικής στρατηγικής και διευθύντρια στο BlackRock Investment Institute, προσθέτοντας ότι φοβάται πως κινδυνεύει «να φέρει πιθανή ύφεση τα επόμενα τρίμηνα».
Ο άρρωστος άνθρωπος της Ευρώπης
Πολλά από τα δεδομένα δείχνουν προς μία κατεύθυνση: προς τα κάτω.
Η οικονομία της ευρωζώνης συρρικνώθηκε το τελευταίο τρίμηνο του 2022 και απέφυγε τη συρρίκνωση το πρώτο τρίμηνο του 2023 μόνο λόγω μιας στατιστικής ιδιορρυθμίας στην Ιρλανδία. Τα στοιχεία για το ΑΕΠ για τους επόμενους τρεις μήνες του τρέχοντος έτους, που θα δημοσιευθούν αυτή την εβδομάδα, είναι απίθανο να προσφέρουν νέα για να γιορτάσουμε. Υπήρχε ένα φωτεινό σημείο την προηγούμενη Παρασκευή: Η γαλλική οικονομία αυξήθηκε κατά 0,5% το πρώτο τρίμηνο του 2023, αν και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παράδοση ενός μεγάλου κρουαζιερόπλοιου.
Το μήνυμα του Gentiloni την Παρασκευή έδειξε ότι η πρόβλεψη της Επιτροπής για την ανάπτυξη φέτος, που θα δημοσιευθεί στις 11 Σεπτεμβρίου, θα είναι λιγότερο θετική από την εκτίμηση του 1,1%, που έγινε τον Ιούνιο.
Ο τελευταίος δείκτης οικονομικού κλίματος της ευρωζώνης – βασικός δείκτης επιχειρηματικής και καταναλωτικής εμπιστοσύνης – υποδηλώνει περαιτέρω επιδείνωση τον Ιούλιο, με πτώση 0,8 μονάδες στις 94,5 (με 100 να είναι ο μακροπρόθεσμος μέσος όρος). Αυτό οφείλεται στην ισχυρή πτώση στη Γαλλία (-2,3) και στη Γερμανία (-2,1), ενώ η Ισπανία, η Πολωνία και η Ιταλία παρέμειναν σε θετικό έδαφος. Οι προσδοκίες για την απασχόληση επιδεινώθηκαν περαιτέρω, κατά 1,8 μονάδες τόσο στην ΕΕ όσο και στην ευρωζώνη.
Αυτή την εβδομάδα επίσης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναθεώρησε ελαφρώς προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, ενώ βελτίωσε οριακά την αναμενόμενη αύξηση της παραγωγής της ευρωζώνης για φέτος στο 0,9% – αύξηση 0,1 ποσοστιαίας μονάδας.









