Η εκτεταμένη καταστροφή σε παραγωγική μονάδα της μπισκοτοβιομηχανίας Βιολάντα, στην Εθνική Οδό Τρικάλων – Καρδίτσας, μετά την ισχυρή έκρηξη και τη φωτιά που εκδηλώθηκαν τα ξημερώματα της 26ης Ιανουαρίου και είχαν ως τραγικό απολογισμό τον θάνατο πέντε γυναικών εργαζομένων, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα όχι μόνο για τα αίτια του δυστυχήματος αλλά και για την επιχειρησιακή αντοχή μιας από τις πιο δυναμικές ελληνικές βιομηχανίες τροφίμων.
Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, οι αρμόδιες αρχές προχώρησαν χθες στη σύλληψη διοικητικών στελεχών της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και ο ιδιοκτήτης της, προκειμένου να δώσουν εξηγήσεις για ενδεχόμενες πράξεις ή παραλείψεις που σχετίζονται με σοβαρά αδικήματα, όπως ανθρωποκτονία από αμέλεια, πρόκληση βαριών σωματικών βλαβών, εμπρησμό και έκρηξη. Οι κατηγορίες τελούν υπό διερεύνηση και θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη, ωστόσο το γεγονός ότι η υπόθεση αγγίζει το ανώτατο επίπεδο διοίκησης προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην εξέλιξή της.
Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει η πραγματογνωμοσύνη της Πυροσβεστικής, η οποία καλείται να φωτίσει τα ακριβή αίτια της έκρηξης. Ήδη, μαρτυρίες εργαζομένων αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο αστικής ευθύνης για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξαν ελλείψεις σε μέτρα πρόληψης ή συντήρησης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, μέρος του οικονομικού κόστους ενδέχεται να καλυφθεί από το συνασφαλιστικό σχήμα της εταιρείας, το οποίο –σύμφωνα με πληροφορίες– υπερβαίνει τα 40 εκατ. ευρώ.
Το ασφαλιστικό πρόγραμμα της Βιολάντα φέρεται να μοιράζεται μεταξύ της Generali, της Εθνικής Ασφαλιστικής, της Ευρώπης Ασφαλιστικής και της Ιντερσαλόνικα. Ωστόσο, όπως δείχνουν αντίστοιχες περιπτώσεις στην ελληνική και διεθνή αγορά, οι διαδικασίες αποζημίωσης είναι συνήθως χρονοβόρες, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και μια πλήρης ασφαλιστική κάλυψη δεν εξαλείφει άμεσα τις επιπτώσεις.
Στην παρούσα υπόθεση, το ανθρώπινο κόστος λειτουργεί ως καταλύτης για την επίσπευση των διαδικασιών, αλλά και ως αυστηρό κριτήριο για την αξιολόγηση των ευθυνών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η διοίκηση –και κατ’ επέκταση ο ιδιοκτήτης– είχε διασφαλίσει στην πράξη και όχι μόνο στα χαρτιά την πλήρη εφαρμογή των κανόνων ασφάλειας. Εάν αποδειχθεί ότι οι υποχρεώσεις αυτές τηρούνταν απαρέγκλιτα, οι συνέπειες ενδέχεται να είναι διαχειρίσιμες. Αν όμως διαπιστωθούν παραλείψεις, το πλήγμα στη φήμη της εταιρείας δύσκολα θα περιοριστεί.















