Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε τη λέξη «πετρέλαιο» πάνω από 20 φορές στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο. Ο ένοικος του Λευκού Οίκου δεν επιχείρησε να καμουφλάρει τις προθέσεις του με διπλωματικούς ευφημισμούς: η κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου παρουσιάστηκε ως αναγκαία προϋπόθεση, ώστε στο όνομα της πάταξης της «ναρκωτρομοκρατίας», μεγάλες αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες να αποκτήσουν πρόσβαση και έλεγχο στα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας.
Ωστόσο, αναλυτές σημειώνουν, ότι η αποκλειστική εστίαση στον έλεγχο των ενεργειακών πόρων της λατινοαμερικάνικης χώρας κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια επιφανειακή ανάγνωση των εξελίξεων. Το αργό πετρέλαιο δεν στηρίζει μόνο τα κέρδη των πετρελαϊκών κολοσσών ή τις οικονομίες των χωρών παραγωγής. Αποτελεί και θεμέλιο λίθο ενός από τα ισχυρότερα εργαλεία της αμερικανικής παγκόσμιας ηγεμονίας: της δολαριοποίησης της διεθνούς οικονομίας και, ειδικότερα, του εμπορίου πετρελαίου.
Σύμφωνα με το ισπανικό μέσο ενημέρωσης El Salto, η επέμβαση στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως προσπάθεια να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι εξαγωγές πετρελαίου της χώρας να τιμολογούνται και να διακανονίζονται σε νομίσματα άλλα από το δολάριο.
Το σημερινό παγκόσμιο σύστημα εμπορίας πετρελαίου αποτελεί κληρονομιά της συμφωνίας που συνήφθη το 1974 μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών – με αρχιτέκτονα τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ – και της Σαουδικής Αραβίας, του ισχυρότερου μέλους του Οργανισμού Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ). Οι ΗΠΑ παρείχαν στρατιωτική προστασία και εξοπλισμούς στο σαουδαραβικό καθεστώς, με αντάλλαγμα το σαουδαραβικό πετρέλαιο να πωλείται αποκλειστικά σε δολάρια και τα πλεονάσματα να επανεπενδύονται σε αμερικανικά ομόλογα. Σταδιακά, και οι υπόλοιπες χώρες του ΟΠΕΚ ακολούθησαν το ίδιο μοντέλο, θεμελιώνοντας το σύστημα των πετροδολαρίων.
Από εκείνη τη στιγμή, η διεθνής αγορά πετρελαίου λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά σε δολάρια, δημιουργώντας μια μόνιμη και τεχνητά υψηλή ζήτηση για το αμερικανικό νόμισμα. Αυτή η ανάγκη επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να δανείζονται φθηνότερα, να διατηρούν υψηλά δημοσιονομικά και εμπορικά ελλείμματα και να αυξάνουν το δημόσιο χρέος τους χωρίς τις πιέσεις που θα αντιμετώπιζε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Με έλλειμμα που ξεπερνά το 6% του ΑΕΠ και λόγο χρέους προς ΑΕΠ άνω του 122%, η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να χρηματοδοτείται χωρίς σοβαρό κίνδυνο αποσταθεροποίησης του νομίσματος ή εκτίναξης του κόστους δανεισμού.















