Το να επισκέπτεσαι τον τόπο του εγκλήματος και να μοιράζεις καθρεφτάκια σε ιθαγενείς απαιτεί συγκεκριμένη πολιτική «αρετή». Να λες δηλαδή «παραμύθια» με ύφος σοβαρό σαν να εκστομίζεις τις μεγαλύτερες φιλοσοφικές αλήθειες.
Ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας Νίκος Παπαθανάσης βρέθηκε πρόσφατα στη Μεγαλόπολη και με το γνωστό ύφος του πολιτικού σωτήρα δήλωσε ανερυθρίαστα: «Προγραμματίζουμε την επόμενη μέρα, με στόχο οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις των περιοχών που επλήγησαν από την απολιγνιτοποίηση να μπορούν να μείνουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους».
Μόνο που ο Ν. Παπαθανάσης ξέχασε να μας πει ποιος ακριβώς «έπληξε» αυτές τις περιοχές. Ξέχασε να αναφέρει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν αυτή που από το 2019 επέβαλε μια βίαιη, άκριτη και εσπευσμένη απολιγνιτοποίηση, μετατρέποντας τη δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη σε κρανίου τόπους. Χιλιάδες θέσεις εργασίας χάθηκαν, το τοπικό εισόδημα συρρικνώθηκε και η δημογραφική κατάρρευση καλπάζει, την ώρα που τα περίφημα προγράμματα «Δίκαιης Μετάβασης» παραμένουν ασκήσεις επί χάρτου.
Ρητορική θράσους
Ομως το θράσος της κυβερνητικής ρητορικής ξεπερνά τα όρια της Μεγαλόπολης. Το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει από τις θριαμβολογίες του Ν. Παπαθανάση είναι απλό: Αφού οι κυβερνητικές πολιτικές για την ενέργεια κατάφεραν να γονατίσουν ολόκληρη την Ελλάδα, να περιμένουμε τώρα να στηρίξουν και την υπόλοιπη κοινωνία με την ίδια «αποδοτικότητα»; Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το δράμα κάθε ελληνικού νοικοκυριού όταν ανοίγει τους φουσκωμένους λογαριασμούς ρεύματος; Πώς μπορεί να αναλυθεί η πνιγηρή πραγματικότητα στην οποία βουλιάζει ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας που έχει δει το λειτουργικό κόστος του να εξακοντίζεται και την αγοραστική δύναμη των πελατών του να ποδοπατείται με άμεσο αντίκτυπο στα ψώνια;















