Πέρα από τις εκρήξεις και το μέτωπο των μαχών, το Ιράν βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ριζική αλλαγή του χάρτη. Η εξόντωση της ιρανικής ηγεσίας και η καταστροφή στρατιωτικών υποδομών της χώρας λειτουργούν σαν πρελούδιο ενός ευρύτερου σχεδίου εδαφικής αποδόμησης, το οποίο αμφισβητεί την ίδια την υπόσταση του ιρανικού κράτους.
Τα σενάρια για την επόμενη μέρα που εξετάζουν Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ φέρονται να αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην πλήρη βαλκανοποίηση της χώρας –τον κατακερματισμό σε μικρότερα, αλληλοσυγκρουόμενα εθνοτικά κρατίδια– και την επιβολή φαντασμάτων του παρελθόντος, θέτοντας τις ανάγκες της κοινωνίας στο περιθώριο.
Στρατηγική «μαύρης τρύπας»
Μια ανησυχητική προοπτική που διαγράφεται αφορά την πιθανότητα μεθοδευμένου κατακερματισμού. Αντί για ελεγχόμενη πολιτική μετάβαση, ΗΠΑ και Ισραήλ «φλερτάρουν» με τη δημιουργία γεωπολιτικού κενού, εργαλειοποιώντας το σύνθετο εθνοτικό ψηφιδωτό του Ιράν. Το «σχέδιο» εστιάζει στην ενίσχυση τοπικών εθνικών ομάδων, με τις ΗΠΑ να επενδύουν στο κουρδικό στοιχείο στα βορειοδυτικά. Η συγκρότηση συνασπισμού ένοπλων κουρδικών παρατάξεων στο βόρειο Ιράκ, συνοδευόμενη από τις πρόσφατες επαφές της αμερικανικής ηγεσίας με Κούρδους αξιωματούχους για να αναλάβουν δράση, μαρτυρά την ενεργοποίηση αυτού του μετώπου.
Παράλληλα, η προσοχή στρέφεται στην εργαλειοποίηση των Αζέρων στον βορειοδυτικό άξονα και των Βελούχων στα νοτιοανατολικά σύνορα συνθέτοντας τη συνταγή μιας πολυμέτωπης αποδόμησης. Οι πρώτοι είναι τουρκόφωνοι που επιδιώκουν αυτονόμηση από την Τεχεράνη και οι δεύτεροι σουνιτική μειονότητα που διαθέτει ένοπλες ομάδες με ιστορικό επιθέσεων κατά των ιρανικών δυνάμεων.
Για το Ισραήλ κυρίως η στρατηγική παρουσιάζεται στοχευμένα: ένας χώρος βυθισμένος σε εμφύλιες συγκρούσεις αδυνατεί εκ των πραγμάτων να συγκροτήσει ένα ισχυρό κράτος, ικανό να απειλήσει την περιφερειακή κυριαρχία του. Η επιδίωξη δεν φέρεται να είναι η νίκη επί του Ιράν, αλλά η διαγραφή του ως υπολογίσιμης δύναμης.
Η προσέγγιση αυτή ακολουθεί το δοκιμασμένο, πλην ολέθριο, μοντέλο των δυτικών παρεμβάσεων σε Ιράκ και Λιβύη, όπου η πτώση του καθεστώτος έδωσε τη θέση της στον κατακερματισμό, στα τοπικά φέουδα και στο χάος.
Η μετατροπή μιας χώρας 92 εκατομμυρίων σε μια νέα γεωπολιτική «μαύρη τρύπα», δίπλα στο ήδη ασταθές Αφγανιστάν, απειλεί να συμπαρασύρει ολόκληρη την περιοχή, εκπέμποντας κύματα αστάθειας που αναπόφευκτα θα πλήξουν και την Ευρώπη.
Η μοναρχική χίμαιρα
Στον αντίποδα, συντηρητικοί κύκλοι της Ουάσινγκτον αναζητούν αξιόπιστο δυτικού τύπου εταίρο για τη διασφάλιση ροής πετρελαίου μέσω ενός ενιαίου Ιράν υπό την ηγεσία του Ρεζά Παχλαβί. Ο εξόριστος γιος του τελευταίου σάχη παρουσιάζεται –και από το Ισραήλ– ως έτοιμη λύση, ο «ενοποιητικός κρίκος» που θα μπορούσε να εγγυηθεί την ευθυγράμμιση της Τεχεράνης με τον δυτικό προσανατολισμό. Πρόκειται για ένα σχέδιο που ελάχιστη επαφή δείχνει να έχει με το κοινωνικό ρεύμα στο εσωτερικό της χώρας.
Η επένδυση στη «νοσταλγία» μιας μερίδας της ιρανικής διασποράς –όσων εγκατέλειψαν τη χώρα με τον μονάρχη το 1979 και εξιδανικεύουν την πρότερη, φιλοδυτική περίοδο– αδυνατεί να καλύψει την απουσία οργανωμένου πολιτικού ερείσματος εντός συνόρων.
Παράλληλα, εθνοτικές μειονότητες όπως οι Κούρδοι, οι Αραβες του Χουζεστάν, οι Αζέροι και οι Βελούχοι απορρίπτουν την επιστροφή μιας δυναστείας καταγεγραμμένης στη συλλογική μνήμη τους ως βαθιά αυταρχικής. Η στάση αυτή πηγάζει από τα ιστορικά βιώματα της περιόδου των Παχλαβί, η οποία ταυτίστηκε με τον κρατικό συγκεντρωτισμό και τη βίαιη καταστολή των δικαιωμάτων της περιφέρειας.
Την ίδια στιγμή δημοκρατικές και προοδευτικές φωνές που πρωτοστάτησαν σε κινήματα αμφισβήτησης «βλέπουν» σε αυτό το σχέδιο την απόπειρα αντικατάστασης μιας θρησκευτικής δικτατορίας από μια κοσμική, επιβεβλημένη έξωθεν, ένα «όραμα» επιστροφής στο προ του 1979 καθεστώς που μοιάζει να αγνοεί τις δεκαετίες κοινωνικής εξέλιξης της ιρανικής κοινωνίας.















