Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να δηλώνει σε κάθε τόνο ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027, όμως από την άλλη δεν είναι τυχαίο ότι έχει ζητήσει από τους υπουργούς του να κλείσουν τις κυβερνητικές εκκρεμότητες μέχρι τα τέλη Αυγούστου. Ο λόγος είναι ότι ο πρωθυπουργός θέλει να έχει όλες τις επιλογές στο τραπέζι, ειδικά σε μια συγκυρία κατά την οποία τα σκάνδαλα και οι δικαστικές υποθέσεις έχουν γίνει κανονικότητα.

Σημαντική εξέλιξη των τελευταίων ημερών είναι η εισαγγελική πρόταση για παραπομπή του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου σε ειδικό δικαστήριο σχετικά με το μπάζωμα του χώρου της τραγωδίας των Τεμπών, αλλά και του πρώην «γαλάζιου» περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κωνσταντίνου Αγοραστού.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη εκθέτει την κυβέρνηση, η οποία μιλούσε τα τελευταία χρόνια για «θεωρίες συνωμοσίας». Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός σε σχετική ερώτηση για την πρόταση του αντεισαγγελέα του Αρειου Πάγου απάντησε (Open, 24/7): «Σέβομαι τη Δικαιοσύνη, έχουμε μια εισαγγελική πρόταση, περιμένουμε την απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου.

Διάβασε:
Σενάρια για κατώτατο μισθό 1000 ευρώ με… συνέταιρο το κράτος

Ή θα εμπιστευόμαστε συνολικά τη Δικαιοσύνη ή αλά καρτ». Με λίγα λόγια, διάλεξε την οδό της «σιωπής», διότι η υπόθεση των Τεμπών ακουμπάει ευαίσθητες χορδές της ελληνικής κοινωνίας.

Πέρα από την περίπτωση του Χρ. Τριαντόπουλου, πονοκέφαλος επικρατεί στο Μαξίμου και για τη δίωξη τεσσάρων «γαλάζιων» βουλευτών (Σκρέκας, Μπουκώρος, Σενετάκης, Παπακώστα), οι οποίοι εμπλέκονται στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Μπορεί τις πρώτες μέρες μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας τα κυβερνητικά στελέχη να έλεγαν για επικοινωνιακούς λόγους ότι πρέπει η αντιπολίτευση «να ζητήσει συγγνώμη» για τη στοχοποίηση του κυβερνώντος κόμματος, όμως στο πρωθυπουργικό επιτελείο γνωρίζουν ότι το σκάνδαλο των παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων έχει κοστίσει πολύ στο κόμμα, ειδικά στην περιφέρεια.

Ο πρωθυπουργός σε σχετική ερώτηση, για να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα, ανέφερε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ: «Ποτέ δεν αρνήθηκα ότι ήταν ένα διαχρονικό σκάνδαλο».

Ο μεγαλύτερος όμως εφιάλτης για τον Κυρ. Μητσοτάκη είναι η υπόθεση των υποκλοπών καθώς, όσο κι αν η ηγεσία της Δικαιοσύνης προσπαθεί να μπλοκάρει τη διερεύνηση του σκανδάλου, συνεχώς προκύπτουν νέα δεδομένα. Τελευταίο χτύπημα από την πλευρά του ιδρυτή της Intellexa Ταλ Ντίλιαν είναι η παρουσίαση δικαστικού εγγράφου σε ισραηλινό δικαστήριο ότι πούλησε το Predator στην ελληνική κυβέρνηση και ότι δεν είχε καμία σχέση με τη μεταγενέστερη χρήση του.

Διάβασε:
Ψέματα και εμπαιγμός στη συνέντευξη του Μητσοτάκη στο OPEN - Αποκομμένος από την κοινωνία και από την εκλογική του βάση ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν που λειτουργούν όλα άψογα

Μετά τις κινήσεις του Ντίλιαν ο πρωθυπουργός προσπάθησε να υποβαθμίσει το θέμα λέγοντας: «Για πρώτη φορά μιλήσαμε για το θέμα το καλοκαίρι του 2022. Δεν έχω να προσθέσω κάτι παραπάνω. Το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει για όλους, εφόσον κάποιος πρωτόδικα καταδικασμένος θέλει να πάει στο εφετείο, μπορεί να το κάνει».

Μέσα σε αυτό το κλίμα των αλλεπάλληλων σκανδάλων, μεγάλος θόρυβος προκλήθηκε και από τις σοβαρότατες καταγγελίες του ανεξάρτητου βουλευτή Μάριου Σαλμά για τον υπουργό Υγείας και το σκάνδαλο Novartis. Ο Μ. Σαλμάς κατέθεσε δύο SMS στη Βουλή και κατήγγειλε ότι ο Αδωνης Γεωργιάδης επικοινωνούσε με τον Νίκο Μανιαδάκη, προστατευόμενο μάρτυρα στο σκάνδαλο Novartis με κωδική ονομασία «Γιάννης Αναστασίου», και γνώριζε ποιος ήταν. Επίσης, κατήγγειλε πως ο υπουργός Υγείας ζητούσε από επιχειρήσεις που επηρεάζονταν από υπουργικές αποφάσεις να χρηματοδοτούν συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης.

Την ίδια στιγμή ο κυβερνητικός βουλευτής Γιώργος Βλάχος έκανε ερώτηση στον ίδιο τον πρωθυπουργό σχετικά με τις υπερτιμολογήσεις με τα «σπιτάκια ανακύκλωσης», ενώ ζημιά στο κυβερνών κόμμα έχει προκαλέσει και η υπόθεση Αβραμόπουλου μετά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από τις βελγικές αρχές.

Διάβασε:
Ασλανίδης: «Να παραιτηθεί ο Φλωρίδης που ειρωνευόταν για το μπάζωμα»

Οσο περνάει ο καιρός και προκύπτουν νέες υποθέσεις εντείνεται ο φόβος ότι μπορεί να υπάρξει για το κυβερνών κόμμα μεγαλύτερη φθορά, γι’ αυτό και σε αρκετά «γαλάζια» τραπέζια πολλοί αναρωτιούνται πόσο μπορεί να αντέξει η κυβέρνηση.