Με δύο αμερικανικά αεροπλανοφόρα, το USS «Abraham Lincoln» και το USS «Gerald R. Ford», και δυνάμεις επιμελητείας αναπτυγμένες σε Μέση Ανατολή και Μεσόγειο, ο Περσικός Κόλπος θυμίζει πλέον μπαρουταποθήκη.
Ουάσινγκτον και Τεχεράνη βρίσκονται με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Η μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική συγκέντρωση στην περιοχή από το 2003 γεννά το ερώτημα εάν εξυπηρετεί μόνο την αποτροπή ή αποσκοπεί ενδεχομένως στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Το αυστηρό τελεσίγραφο που έθεσε ο Ντόναλντ Τραμπ για την επίτευξη νέας πυρηνικής συμφωνίας, υπό την απειλή σκληρών στρατιωτικών συνεπειών, διαμόρφωσε ένα ασφυκτικό σκηνικό, με τον ίδιο να παραδέχεται ότι εξετάζει ένα «περιορισμένο πλήγμα» για να πιέσει την Τεχεράνη.
Οι αγορές, προεξοφλώντας τον κίνδυνο αναταραχής στα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, έστειλαν τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλά εξαμήνου, επιβεβαιώνοντας ότι η περιοχή και η παγκόσμια οικονομία εισέρχονται σε περίοδο ακραίας αβεβαιότητας.
Η προσπάθεια αποκλιμάκωσης μέσω έμμεσων διαπραγματεύσεων στη Γενεύη αποδείχτηκε περίπλοκη και γεμάτη αντιφάσεις. Ενώ αμερικανικές πηγές άφηναν να διαρρεύσει η απαίτηση για μηδενικό εμπλουτισμό ουρανίου, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί το διέψευσε κάνοντας λόγο για εντός ημερών ιρανικό προσχέδιο συμφωνίας που θα δοθεί στους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ.
Η διπλωματική αυτή ρευστότητα, συνδυασμένη με την πάγια ισραηλινή θέση για στρατιωτική λύση κι ενώ το Τελ Αβίβ έθεσε σε επιφυλακή τις ένοπλες δυνάμεις, ανέδειξε τα βαθιά ρήγματα. Παράλληλα η Ουάσινγκτον συνάντησε αντιστάσεις από παραδοσιακούς συμμάχους.
Το Λονδίνο αρνήθηκε τη χρησιμοποίηση της βάσης του Ντιέγκο Γκαρσία για πιθανές αμερικανικές επιθέσεις, ενώ αραβικές χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία και η Ιορδανία, έκλεισαν τον εναέριο χώρο τους σε κάθε σενάριο πλήγματος.















