Με μια πρόταση που μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τις μισθολογικές αυξήσεις στην πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας, ο Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος παρεμβαίνει στο δημόσιο διάλογο, υποστηρίζοντας ότι οι Αρχιερείς θα έπρεπε να εξετάσουν σοβαρά την πλήρη αποδέσμευσή τους από το κρατικό μισθολόγιο.
Στο άρθρο του, ο ιεράρχης δεν περιορίζεται στην απλή υπεράσπιση της νομοθετικής ρύθμισης που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αλλά ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, την κοινωνική αντίληψη γύρω από το πρόσωπο του επισκόπου και τη στάση που οφείλει να κρατήσει η Εκκλησία απέναντι σε έναν οικονομικά δοκιμαζόμενο λαό.
Ξεκαθαρίζει εξαρχής ότι σκοπός του δεν είναι να δικαιολογήσει το ύψος των αποδοχών, καθώς η ζωή και η αποστολή ενός επισκόπου δεν μπορούν να θεμελιώνονται σε μισθολογικές απαιτήσεις ούτε να μετριούνται με υλικά κριτήρια.
Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής του είναι ότι από το σώμα των Αρχιερέων δεν υπήρξε κανένα επίσημο αίτημα ή παράπονο για τις απολαβές τους, αφού ο επίσκοπος υπάρχει στην Εκκλησία για να διακονεί τον λαό μέσω της διδασκαλίας, της παρηγοριάς και της ενότητας, και όχι για να διεκδικεί προσωπικά οφέλη.
Αν και αναγνωρίζει τη θεμελιώδη σημασία των φιλανθρωπικών δομών, των συσσιτίων και των κοινωνικών ιδρυμάτων, επιμένει ότι ο πυρήνας της επισκοπικής αποστολής δεν είναι η κοινωνική δραστηριότητα ως αυτοσκοπός, αλλά η πνευματική σωτηρία του ανθρώπου.
Συνδέοντας το μισθολογικό με την πνευματική ανεξαρτησία, αποκαλύπτει ότι εξέφρασε και εντός της Συνόδου τη σκέψη για πλήρη παραίτηση των Αρχιερέων από την κρατική μισθοδοσία, τονίζοντας ότι η ελευθερία της Εκκλησίας έχει μεγαλύτερη αξία από κάθε οικονομική διευθέτηση. Υπενθυμίζει μάλιστα ότι μέχρι το 1986 οι Αρχιερείς αποζημιώνονταν από τον τότε ΟΔΕΠ, και προτείνει τα χρήματα που προορίζονται σήμερα για τους επισκόπους να κατευθυνθούν στην ενίσχυση των εφημερίων που υπηρετούν σε φτωχές και απομακρυσμένες ενορίες, σημειώνοντας ότι η Εκκλησία και οι πιστοί μπορούν να φροντίσουν έναν άμισθο επίσκοπο.
Ο κ. Νεκτάριος δεν παραβλέπει την κοινωνική δυσφορία και την απογοήτευση των πολιτών που πιέζονται οικονομικά, αν και κάνει λόγο για υπερβολές και απλουστεύσεις που καλλιεργήθηκαν γύρω από το ζήτημα.
Στο νομοθετικό κομμάτι, διευκρινίζει ότι η ρύθμιση συνδέει τις μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών με το 90% του ανώτατου ορίου αποδοχών ενός Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, ενώ για τους Βοηθούς Επισκόπους το ποσοστό ορίζεται στο 70%.
Η παράθεση αυτών των στοιχείων γίνεται για να υπάρξει σαφήνεια, καθώς θεωρεί ότι η δημόσια προβολή ενός μεγάλου ποσού, αποκομμένου από τις κρατήσεις και το θεσμικό πλαίσιο, εξοργίζει την κοινωνία αντί να την ενημερώνει.
Παράλληλα, θέτει το ερώτημα για τον τρόπο αξιοποίησης αυτών των χρημάτων, επισημαίνοντας τις αθέατες ανάγκες κάθε Μητρόπολης για τη στήριξη απόρων, ασθενών και ανέργων.
Φέρνει ως συγκεκριμένο παράδειγμα την Κέρκυρα, όπου βρίσκεται στο τελικό στάδιο η μελέτη κόστους 615.000 ευρώ για την κατασκευή 80 studios για φοιτητές και 20 διαμερισμάτων για εκπαιδευτικούς και δημοσίους υπαλλήλους που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στο υψηλό κόστος στέγασης.
Αναφέρεται επίσης στο Ίδρυμα Χρονίως Πασχόντων «Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ», το οποίο λειτουργεί για 25 χρόνια φιλοξενώντας δεκάδες τροφίμους και χρειάζεται άμεση ανακαίνιση, την ίδια στιγμή που οι ενορίες αντιμετωπίζουν μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα λόγω της φορολογίας και του κόστους του ηλεκτρικού ρεύματος, με πολλούς πιστούς να δυσκολεύονται να διαθέσουν ακόμη και τα ελάχιστα χρήματα για ένα κερί.















