Δεκαοκτώ μήνες μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η αμερικανική οικονομία εμφανίζει αξιοσημείωτες αντοχές απέναντι στις μεγάλες αναταράξεις που προκάλεσαν οι πολιτικές της νέας κυβέρνησης, ωστόσο οι βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις για χαμηλότερο κόστος ζωής, περισσότερες βιομηχανικές θέσεις εργασίας και ουσιαστική ενίσχυση της μεσαίας τάξης παραμένουν ανεκπλήρωτες.

Η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, η επιβολή υψηλότερων δασμών στις εισαγωγές και η στρατιωτική σύγκρουση των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν έχουν δημιουργήσει νέες πιέσεις στην οικονομία, με την άνοδο της τιμής του πετρελαίου να ενισχύει τον πληθωρισμό και να αυξάνει τους φόβους για προβλήματα στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το εργατικό δυναμικό έχει περιοριστεί, καθώς οι αυστηρότεροι περιορισμοί στη μετανάστευση και οι αυξημένες απελάσεις έχουν μειώσει τον αριθμό των διαθέσιμων εργαζομένων, ενώ παράλληλα ο γηράσκων πληθυσμός δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την κάλυψη των αναγκών της αγοράς εργασίας.

Παρά τις εξαγγελίες για αναβίωση της αμερικανικής μεταποίησης, οι θέσεις εργασίας στον συγκεκριμένο κλάδο παραμένουν λιγότερες σε σχέση με το τέλος της διακυβέρνησης Μπάιντεν. Αντίθετα, σημαντική ώθηση καταγράφεται στις κατασκευές, κυρίως λόγω των μεγάλων επενδύσεων σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες προς το παρόν δεν έχουν μεταφραστεί σε αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης.

Διάβασε:
Πύρινος εφιάλτης χωρίς τέλος σε Γαλλία και Ισπανία: Σκέψεις για εκκένωση του Μπορντό, πάνω από 325.000 άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί

Στο μέτωπο της ακρίβειας, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον στόχο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), ενώ οι δασμοί, οι αυξημένες ενεργειακές τιμές και οι τεράστιες επενδύσεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης συντηρούν τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές. Παράλληλα, η πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εμφανίζει σημάδια κόπωσης, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα, μετά τον πληθωρισμό και τη φορολογία, παραμένει στάσιμο ή υποχωρεί.

Την ίδια ώρα, η απόκτηση κατοικίας εξακολουθεί να αποτελεί μεγάλο βάρος για τα αμερικανικά νοικοκυριά, με τα υψηλά επιτόκια στεγαστικών δανείων, τις αυξημένες τιμές των ακινήτων και το υψηλότερο κόστος ασφάλισης να διατηρούν την αγορά κατοικίας μακριά από πολλούς υποψήφιους αγοραστές.

Στον αντίποδα, η χρηματιστηριακή αγορά συνεχίζει την ανοδική της πορεία, με τον δείκτη S&P 500 να καταγράφει σημαντικά κέρδη από την αρχή της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εικόνα διαδραματίζουν οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, οι οποίες ενισχύουν τόσο τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις όσο και την αγορά εταιρικών ομολόγων, αποτελώντας σήμερα έναν από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας.

Διάβασε:
Σάντσεθ: Έχει «χάσει» την μπάλα με τις πυρκαγιές και τώρα τα «φορτώνει» στην… κλιματική αλλαγή