Οταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε το 2019 τα ηνία της χώρας, το κυβερνητικό αφήγημα οικοδομήθηκε πάνω στην υπόσχεση μιας ισχυρής, εξωστρεφούς Ελλάδας, η οποία θα άφηνε πίσω της τα τραύματα των μνημονίων για να εισέλθει σε μια τροχιά βιώσιμης σύγκλισης με τον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης.
Σήμερα, το 2026, οι μακροοικονομικοί δείκτες και τα στατιστικά δεδομένα σκιαγραφούν μια δυστοπική κοινωνική πραγματικότητα. Μια οικονομία στην οποία το κόστος ζωής καλπάζει ταχύτερα από τα εισοδήματα, η κατοικία μετατρέπεται από κοινωνικό αγαθό σε απρόσιτο επενδυτικό προϊόν και η εργασία αδυνατεί να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο.
Αυτή είναι η Ελλάδα που παραδίδει ο Κυρ. Μητσοτάκης. Μια χώρα παγιδευμένη στο παράδοξο του υψηλού πληθωρισμού χωρίς την αντίστοιχη πραγματική ανάπτυξη για τους πολλούς.
Το πρώτο μεγάλο ρήγμα στο κυβερνητικό success story εντοπίζεται στο μέτωπο της αγοραστικής δύναμης. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Μάιο έφτασε στο 5% υπερβαίνοντας κατά πολύ τον μέσο όρο της ευρωζώνης, που κινείται στο 3,2%.
Το ίδιο συμβαίνει στους πρώτους πέντε μήνες του 2026 που σωρευτικά ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ανέρχεται στο 3,82% (Ιανουάριος 3,1%, Φεβρουάριος 3%, Μάρτιος 3,4%, Απρίλιος 3,4% Μάιος 5%).
Το μαθηματικό στοιχείο της απόκλισης
Είναι προφανές ότι η χώρα εισέρχεται σε νέο επικίνδυνο κύκλο εσωτερικής υποτίμησης της καθημερινότητας με τον πληθωρισμό της απληστίας να γονατίζει τα νοικοκυριά και να φουσκώνει φορομπηχτικά το ΑΕΠ. Σε μια οικονομία που οι αμοιβές παραμένουν από τις χαμηλότερες στην ΕΕ των 27, η ψαλίδα αυτή λειτουργεί ως μηχανισμός βίαιης φτωχοποίησης.















