Μια ανατριχιαστική και αποτρόπαιη υπόθεση άγριου ξυλοδαρμού, σε βάρος γυναίκας δημοσιογράφου, με θύτη συνεργάτη της προέδρου του κόμματος «Φωνή Λογικής» της Αφροδίτης Λατινοπούλου, φέρνει στο φως η «Ζούγκλα».
Το πρόσωπο το οποίο καταγγέλλεται για τον ξυλοδαρμό, είναι ο Δημήτρης Γερασούδης, ο οποίος σήμερα εργάζεται στο Ευρωκοινοβούλιο, ως συνεργάτης της κ. Λατινοπούλου.

Ο Δημήτρης Γερασούδης, ο οποίος καταγγέλλεται για ξυλοδαρμό γυναίκας δημοσιογράφου .
Θύμα του ξυλοδαρμού υπήρξε η δημοσιογράφος Αναΐς Βάθη, η οποία εργάζεται για την ιστοσελίδα μας στις Βρυξέλλες.
Σημειώνεται ότι ο… νταής και πρωταγωνιστής της απρόκλητης επίθεσης σε βάρος της δημοσιογράφου, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήταν σύντροφος της Α.Βάθη.
Σύμφωνα με την πολύ σοβαρή καταγγελία, ενώ η δημοσιογράφος βρισκόταν σε διακοπές μαζί του στο χωριό Μάνη Διδυμοτείχου, αυτός της επιτέθηκε και την ξυλοκόπησε άγρια.
Το επεισόδιο έγινε το βράδυ της 9ης Αυγούστου στην αυλή μιας απομονωμένης κατοικίας, που ανήκει στην οικογένεια του Δημήτρη Γερασούδη, και συγκεκριμένα στη γιαγιά του.
Μετά το επεισόδιο, η δημοσιογράφος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για νοσηλεία, ενώ από βίντεο και φωτογραφικό υλικό είναι προφανές ότι δέχθηκε πολύ ισχυρά χτυπήματα.
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με πληροφορίες, ο Δ. Γερασούδης, είχε εκδιωχθεί από την προηγούμενη εργασία του, ως μοριακός βιολόγος, λόγω κακής συμπεριφοράς.
Την ίδια στιγμή, προκαλεί αλγεινή εντύπωση το γεγονός ότι η Αφροδίτη Λατινοπούλου δεν επικοινώνησε, ως γυναίκα προς γυναίκα, με τη δημοσιογράφο που δέχθηκε την αναίτια επίθεση. Κάποια στιγμή, υπήρξε επικοινωνία στελεχών του κόμματός της με το περιβάλλον της παθούσας, προφανώς για να υπάρχει η έξωθεν καλή μαρτυρία…
Φωτογραφίες από τα χτυπήματα που δέχθηκε η δημοσιογράφος Αναΐς Βάθη, από τον συνεργάτη της Αφροδίτης Λατινοπούλου, Δημήτρη Γερασούδη:














Η Αναΐς Βάθη μίλησε στη «Ζούγκλα» για την περιπέτειά της, περιγράφοντας το περιστατικό:

Η δημοσιογράφος Αναΐς Βάθη, που εργάζεται για τη «Ζούγκλα» στις Βρυξέλλες.
«Διατηρούσα προσωπική σχέση με τον Δημήτριο Γερασούδη από τον Μάιο. Στις 5 Αυγούστου, φτάσαμε και οι δύο στην Αλεξανδρούπολη, ιδιαίτερη πατρίδα του, για διακοπές. Μετά από δύο ημέρες παραμονής στην Αλεξανδρούπολη, μου ζήτησε να επισκεφθούμε το χωριό του, τη Μάνη Έβρου, προκειμένου να μείνουμε σε μια ακατοίκητη και απομονωμένη οικία που ανήκει στη γιαγιά του.
Προχθές, το βράδυ της Κυριακής, ενώ προετοιμάζαμε μπάρμπεκιου στη βεράντα, υπήρξε φραστικό επεισόδιο. Παρά την κούρασή μου από τον καθαρισμό του σπιτιού, τακτοποιούσα το τραπέζι, ενώ ο ίδιος μου ζητούσε επιτακτικά να εκτελώ διάφορες εργασίες. Όταν του ζήτησα να βοηθήσει κι εκείνος, φέρνοντας κάτι από την κουζίνα, άρχισε να με εξυβρίζει αποκαλώντας με “τεμπέλα” και “κακομαθημένη”, λέγοντας πως “τα κορίτσια εδώ δεν συμπεριφέρονται έτσι”.
Στην διαμαρτυρία μου για τη συμπεριφορά του, εκείνος κινήθηκε προς το εσωτερικό της οικίας εκτοξεύοντας χυδαίες, προσβλητικές και ρατσιστικές εκφράσεις. Μπήκα στο σπίτι και άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου για να αποχωρήσω. Αυτός βλέποντας την πρόθεσή μου αυτή, με άρπαξε βίαια από το πρόσωπο, με έριξε στο έδαφος και με έπιασε από τον λαιμό, εμποδίζοντάς με να φύγω και λέγοντάς μου: “Δεν θα πας πουθενά”.
Όταν προσπάθησα να καλέσω σε βοήθεια, αγρίεψε περισσότερο, με διέταξε να σωπάσω και ανέφερε ότι απέναντι μένει κάποιος Παναγιώτης που θα μας ακούσει. Στην προσπάθειά μου να αμυνθώ και να απεγκλωβιστώ, του προκάλεσα ορισμένες εκδορές στα χέρια.
Στη συνέχεια, μου πρότεινε να επιβιβαστούμε μαζί στο αυτοκίνητο. Αρνήθηκα, καθώς το σημείο ήταν παντελώς απομονωμένο. Πήρα τα πράγματά μου, κατέβηκα γρήγορα τις σκάλες και κρύφτηκα στο σκοτάδι, πίσω από έναν θάμνο κοντά σε ένα δέντρο, λίγο πιο πέρα από το σπίτι, το οποίο είναι το πρώτο του χωριού.
Από εκεί κάλεσα την Αστυνομία. Ο Δ. Γερασούδης με αναζητούσε φωνάζοντας “πού είσαι;” και μετά από λίγα λεπτά επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε. Επειδή φοβήθηκα για τη σωματική μου ακεραιότητα και την πιθανότητα να επιστρέψει και να με εντοπίσει με τα φώτα του οχήματος, επανέλαβα την κλήση στην Αστυνομία ζητώντας άμεση επέμβαση.
Όταν έφτασε το περιπολικό, οι αστυνομικοί επιβίβασαν και τους δύο μας στο πίσω κάθισμα, τον έναν δίπλα στον άλλο. Αισθάνθηκα μεγάλο φόβο, καθώς ο άνθρωπος που μόλις μου είχε επιτεθεί, με κοίταξε με αγριότητα και απειλητικό βλέμμα, υποδεικνύοντάς μου ουσιαστικά τι έπρεπε να πω.
Αρχικά ζήτησα να μεταφερθώ στο Νοσοκομείο Διδυμοτείχου, καθώς έφερα χτυπήματα στο κεφάλι και εκδορές στο σώμα, προκειμένου να εξεταστώ από ιατρούς. Ακολούθως, μεταβήκαμε στο Αστυνομικό Τμήμα Ορεστιάδας όπου έδωσα κατάθεση. Στη συνέχεια διανυκτέρευσα στο Νοσοκομείο Διδυμοτείχου.
Την επομένη έλαβα εξιτήριο. Παρά τη βεβαρημένη κατάσταση της υγείας μου, υποχρεώθηκα να μεταβώ με υπεραστικό λεωφορείο (ΚΤΕΛ) στην Αλεξανδρούπολη για να παραλάβω τα υπόλοιπα πράγματά μου από το σπίτι όπου διαμέναμε.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, επικοινώνησε μαζί μου η μητέρα του, ζητώντας μου να πάω μαζί της στο σπίτι και να μην εμπλέξω δικηγόρους. Της απάντησα ότι θα επικοινωνήσω με τη δικηγόρο μου.
Φτάνοντας στον σταθμό των ΚΤΕΛ, συνάντησα τη δικηγόρο μου και, με τη συνοδεία αστυνομικών του Α.Τ. Αλεξανδρούπολης, μεταβήκαμε στην κατοικία. Η μητέρα του προσήλθε για να ανοίξει την πόρτα. Αφού παρέλαβα τα πράγματά μου, επιβιβάστηκα στο περιπολικό. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Δ. Γερασούδης με σκοπό να υποβάλει μήνυση εναντίον μου.
Παρά το γεγονός ότι ήμουν το θύμα κακοποίησης, υποβλήθηκε σε βάρος μου μήνυση με ανακρίβειες, με αποτέλεσμα να συλληφθώ στο πλαίσιο του αυτοφώρου. Μεταφέρθηκα εκ νέου στην Ορεστιάδα, όπου κρατήθηκα καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας στο κρατητήριο.
Αφέθηκα ελεύθερη το πρωί και μετέβηκα αμέσως στο Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, καθώς η σωματική μου κατάσταση ήταν επιδεινωμένη. Αυτή τη στιγμή υποβάλλομαι σε ιατρικές εξετάσεις, υποφέρω από ζάλη, έντονους πόνους και μου έχει τοποθετηθεί αυχενικό κολάρο, ενώ αντιμετωπίζω δυσκολία στην κατάποση.
Πρόκειται για μια έκρυθμη και επικίνδυνη κατάσταση που δεν πρέπει να βιώνει καμία γυναίκα. Είχε προηγηθεί παρόμοιο επεισόδιο στις Βρυξέλλες, όπου μετά από διαπληκτισμό λόγω δικής του ζήλιας, είχα δεχθεί βιαιοπραγία. Τότε είχα παραβλέψει το γεγονός, ωστόσο η συμπεριφορά αυτή κλιμακώθηκε. Θεωρώ ότι τέτοιες συμπεριφορές πρέπει να ανακόπτονται αμέσως, κάτι που δυστυχώς καθυστέρησα να πράξω».















