Μπορεί το πέταγμα μιας πεταλούδας στο Τόκιο να φέρει καταιγίδες στη Νέα Υόρκη; Αν «ακουμπήσουμε» στη μαθηματική θεωρία του χάους, που ορίζει ότι μια πολύ μικρή αλλαγή στην αρχική κατάσταση ενός πολύπλοκου δυναμικού συστήματος μπορεί να προκαλέσει τεράστιες, απρόβλεπτες διαφορές στο τελικό αποτέλεσμα, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε έναν Αρμαγεδδώνα.
Ας έρθουμε στην πολύπαθη Ευρώπη, που από το 2020 σέρνεται με τεράστιες δικές της ευθύνες από κρίση σε κρίση. Από τα λοκντάουν της πανδημικής κρίσης (διερευνώνται οι ευθύνες της επικεφαλής της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν) έως τις κυρώσεις στη Ρωσία για την εισβολή στην Ουκρανία, που ήταν σαν η Ευρώπη να έβαλε τα χέρια και να έβγαλε τα μάτια της, η ευρωπαϊκή οικονομία βαδίζει στο τεντωμένο σκοινί του στασιμοπληθωρισμού (συνύπαρξη υψηλού πληθωρισμού με βραδεία ή μηδενική οικονομική ανάπτυξη και υψηλή ανεργία).
Από τις 28 Φεβρουαρίου τα γυάλινα πόδια της ευρωπαϊκής οικονομίας σείονται λόγω της πολεμικής σύγκρουσης ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν. Τώρα μια μικρή είδηση που πέρασε στα ψιλά έρχεται να λειτουργήσει σαν το πούπουλο στον βαρυφορτωμένο γάιδαρο. Η νέα πρόσκαιρη (;) πρακτική που αποκαλύφθηκε από το πρακτορείο Bloomberg, σύμφωνα με την οποία το Ιράν ζητά έως και 2 εκατ. δολάρια ανά διέλευση από ορισμένα εμπορικά πλοία, απειλεί να μετατραπεί σε μονιμότητα. Είναι το πέταγμα της πεταλούδας που απειλεί να προκαλέσει χάος στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Πρώτη γραμμή κινδύνου
Καθίσταται προφανές ότι η ελληνική οικονομία, με τις δομικές αδυναμίες της, θα βληθεί ίσως περισσότερο από κάθε άλλη στην Ευρώπη. Μπορεί τα Στενά του Ορμούζ να απέχουν χιλιάδες χιλιόμετρα από την Ελλάδα, όμως οι οικονομικές επιπτώσεις φτάνουν γρήγορα και ορμητικά μέχρι την Αθήνα. Από τα ναύλα των ελληνικών δεξαμενόπλοιων μέχρι την τιμή της βενζίνης στα ελληνικά πρατήρια, οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο διαμορφώνουν άμεσα την οικονομική πραγματικότητα της χώρας.
Για την Ελλάδα η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η χώρα βρίσκεται σε μια διπλή, εξαιρετικά ευαίσθητη θέση: από τη μία αποτελεί ναυτιλιακή υπερδύναμη και από την άλλη παραμένει μια βαθιά ενεργειακά εξαρτημένη οικονομία. Η ελληνόκτητη ναυτιλία διαχειρίζεται τον μεγαλύτερο στόλο δεξαμενόπλοιων στον κόσμο (ελέγχοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας) και μεταφέρει σημαντικό μέρος του πετρελαίου που εξάγεται από τον Περσικό Κόλπο προς την Ευρώπη και την Ασία. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε νέα επιβάρυνση στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τα έσοδα των ελληνικών ναυτιλιακών εταιρειών, το κόστος μεταφοράς πετρελαίου προς την Ευρώπη, την τελική τιμή των καυσίμων στην ελληνική αγορά, τον πληθωρισμό και φυσικά την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας.
Το κόστος στην πράξη
Αν τα τέλη διέλευσης των 2 εκατ. δολαρίων καταστούν μόνιμα, το κόστος μεταφοράς ενός φορτίου πετρελαίου θα αυξηθεί κάθετα. Για ένα μεγάλο δεξαμενόπλοιο που μεταφέρει περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου τέτοιου μεγέθους τέλος αντιστοιχεί προσεγγιστικά σε 1 δολάριο ανά βαρέλι επιπλέον κόστος μεταφοράς. Ενώ το ποσό αυτό μπορεί να φαίνεται διαχειρίσιμο σε μικρή κλίμακα, σε μακροοικονομικό επίπεδο –και ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου το πετρέλαιο κινείται ήδη σε εκρηκτικά ανοδικές τιμές– αποκτά κατακλυσμιαία διάσταση.
Οι ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες θα βρεθούν μπροστά σε τρεις δύσκολες επιλογές: να απορροφήσουν μέρος του κόστους, να αυξήσουν τα ναύλα ή να ζητήσουν υψηλότερα ασφάλιστρα από τους ναυλωτές. Στην πράξη, σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, το πιθανότερο είναι ότι το επιπλέον κόστος θα μετακυλιστεί στους ναυλωτές (στις πετρελαϊκές εταιρείες) και νομοτελειακά θα καταλήξει στους τελικούς καταναλωτές.
Η εισαγόμενη αυτή κρίση συναντά την ελληνική κοινωνία σε μια ήδη εξαιρετικά ευάλωτη συγκυρία. Η Ελλάδα εισάγει σχεδόν το σύνολο του πετρελαίου που καταναλώνει. Μια νέα άνοδος στις τιμές ενέργειας θα διαπεράσει άμεσα ολόκληρη την πραγματική οικονομία: το κόστος μεταφορών, τη βιομηχανία, τον τουρισμό και κυρίως τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.















