Είναι χαρακτηριστικό το προσωνύμιο που δόθηκε στην Τουρκία από τις παλαιές Μεγάλες Δυτικές Δυνάμεις Μ.Βρετανία και Γαλλία τον 19ο-20ο αιώνα, όταν επιχειρούσαν εν συντομία να την χαρακτηρίσουν, αποκαλώντας την “Ο Μεγάλος ασθενής”.
Η μεταμόρφωση της Τουρκίας από “Μεγάλο ασθενή” της Ευρώπης σε “Άρρωστο μέλος του ΝΑΤΟ”
Αιτία για αυτόν τον χαρακτηρισμό ήταν η μεγάλη της έκταση και πληθυσμός, αλλά και τα τεράστια προβλήματα και αντιθέσεις που εμφάνιζε τόσο στην εξωτερική της πολιτική, όσο και στο εσωτερικό της.
Από τότε πολύ λίγα πράγματα άλλαξαν, με αποτέλεσμα η Τουρκία του Ερντογάν μολονότι αποτελεί από το 1952 κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και θεωρητικά ανήκει στο “Δυτικό στρατόπεδο”, στην πράξη να κλείνει το μάτι στην Ανατολή, έχοντας μια “ειδική προνομιακή φιλική σχέση” με την Ρωσία και υποβάλλοντας παράλληλα αίτημα ένταξής της στον Οργανισμό BRICS, που επί της ουσίας αντιστρατεύεται τα συμφέροντα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ.
Έτσι η Τουρκία με τα καμώματά της κατότθωσε να χαρακτηρίζεται πλέον στους κόλπους του ΝΑΤΟ ώς ένας αναξιόπιστός σύμμαχος και εταίρος.
Η αγανάκτηση των ΗΠΑ ,ηγέτιδα Δύναμη της Δύσης, κατά της Τουρκίας είναι πολύ μεγάλη, κάτι που έχει εκφραστεί ποικιλοτρόπως στο παρελθόν με λόγια και πράξεις.
Η “στροφή” Ερντογάν κατά της Δύσης από το 2016 και μετά
Ωστόσο στην παρούσα χρονική περίοδο, που ο Ερντογάν “παζαρεύει” εδώ και καιρό την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ με την πώληση των F-16 BLOCK-70 από τις ΗΠΑ, παίζοντας παιχνίδια πίσω από την πλάτη της Ουάσιγκτον και εξυπηρετώντας τον φίλο του Πούτιν, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα άρθρο έγκριτου Αμερικανικού ΜΜΕ, το οποίο είναι γνωστό για την βαρύτητα και ώσμωση που έχει με τα κέντρα αποφάσεων στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το οποίο διερωτάται αν η Τουρκία είναι το άρρωστο μέλος της Συμμαχίας, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων σχετικά:
“Τα τελευταία οκτώ χρόνια,μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν το 2016 η Τουρκία απομακρύνεται σταθερά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση.
Είτε προέρχεται από την επιθυμία να χαράξει μια πιο ανεξάρτητη πορεία εξωτερικής πολιτικής είτε από δυσπιστία για την Ουάσιγκτον, το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη, ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν κατάφερε να προσβάλει γείτονες και συμμάχους με ιδιαίτερη ευκολία, ενώ ταυτόχρονα “τα βρίσκει” με κράτη παρίες και τρομοκρατικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν, της Ρωσίας και της Χαμάς.
Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η Τουρκία αγόρασε συστήματα αεράμυνας S-400 από τη Μόσχα, εκδιώχθηκε από το πρόγραμμα F-35 Joint Strike Fighter, πραγματοποίησε συστηματικά παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου χώρου της Ελλάδας, απειλώντας με πόλεμο με ένα άλλο μέλος του ΝΑΤΟ, συνέχισε να στρατιωτικοποιεί το παράνομο κράτος στην Βόρεια Κύπρο και φιλοξενούσε ηγέτες τρομοκρατών της Χαμάς.
Αν και η τουρκική οικονομία έχει κάπως σταθεροποιηθεί, αντιμετωπίζει προκλήσεις μπροστά, καθιστώντας τις αμυντικές δαπάνες μεγάλης κλίμακας πολύ πιο δύσκολες για την Άγκυρα.















