Ένας παρωχημένος νόμος-ντροπή του 1975 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υποχρεώνει ειδικευόμενους γιατρούς στην Ελλάδα να εργάζονται αμισθί, εφόσον αποφασίσουν να αλλάξουν ειδικότητα. Στην περίπτωση αυτή δεν θα αμείβονται για χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που έχουν ήδη υπηρετήσει στην προηγούμενη ειδικότητα. Παρά το γεγονός ότι το νομοθετικό πλαίσιο παραμένει απαρχαιωμένο και άδικο, καμία κυβέρνηση –και σίγουρα όχι η σημερινή– δεν έχει προχωρήσει σε νομοθετικό εκσυγχρονισμό ή σε μέτρα προστασίας των νέων γιατρών.
Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα με αυτή των τραπεζιτών, των οποίων την ασυλία έσπευσε να νομοθετήσει αμέσως μόλις ανέλαβε την εξουσία το 2019, τα αντανακλαστικά της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη σε ό,τι αφορά την προστασία και τα δικαιώματα των γιατρών διακρίνονται από ιδιαίτερη βραδύτητα.
Αλλάζεις ειδικότητα; Θα δουλεύεις αμισθί!
Στην Ελλάδα του 2025 η πορεία των νέων γιατρών παραμένει μια δύσβατη διαδρομή, γεμάτη εμπόδια αντί για ευκαιρίες. Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στις άθλιες συνθήκες εργασίας (ατελείωτες εφημερίες, εξαντλητικά ωράρια) και τους χαμηλούς μισθούς. Ερχονται να προστεθούν και οι άκαμπτοι, παρωχημένοι νόμοι που εγκλωβίζουν όλους όσοι επιλέγουν να προσφέρουν στο ΕΣΥ, ακόμη και σε άγονες και υποστελεχωμένες ειδικότητες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο νόμος 123/1975, που παραμένει σε ισχύ και προβλέπει ότι «σε περίπτωση αλλαγής τελικά επιδιωκόμενης ειδικότητας, δεν καταβάλλονται οι τακτικές αποδοχές ίσες με τον επιπλέον χρόνο στην προηγούμενη ειδικότητα άσκησης». Μάλιστα, όταν ο ειδικευόμενος βρεθεί σε καθεστώς απλήρωτης εργασίας, η μόνη αμοιβή του θα προέρχεται από τις εφημερίες (περίπου 400 ευρώ τον μήνα), ποσό που δεν καλύπτει ούτε τα στοιχειώδη έξοδα διαβίωσης.















