Με προσωρινά μέτρα- χάδια απέναντι στους μεγάλους παίκτες της εγχώριας ενεργειακής αγοράς επιχειρεί η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει το σαρωτικό κύμα ακρίβειας στα καύσιμα.
Την ίδια ώρα η Πορτογαλία, που δεν την λες και οικονομικό μεγαθήριο, προχώρησε στην λήψη ισχυρών μέτρων παρέμβασης όπως ο έκτακτος φόρος 33% στα «ουρανοκατέβατα» κέρδη των διυλιστηρίων.
Ήταν δίκαιο, έγινε πράξη
Στη χώρα της ιβηρικής τα πράγματα εξελίχθηκαν ευθύγραμμα. Ήδη από την άνοιξη του 2026 η Πορτογαλία ήταν μεταξύ των χωρών που είχαν προτείνει την φορολόγηση των υπερκερδών των εταιρειών ενέργειας, ως απάντηση στην αύξηση των τιμών στα καύσιμα, μετά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Τότε, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόφσκις ανέφερε ότι το αίτημα αυτό «εξετάζεται», διερευνώντας παράλληλα την «πιθανότητα μιας πιο συντονισμένης προσέγγισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Από την πλευρά του ο Πορτογάλος υπουργός Οικονομικών Χοακίμ Μιράντα Σαρμπέτο δεσμευόταν για την πρόθεση της κυβέρνησης να επανεξετάσει «τα μέτρα που ελήφθησαν το 2022», όταν και ξέσπασε ο Ρωσουκρανικός πόλεμος, και να έρθει με νέα «πρόταση στο κοινοβούλιο».
Όπως και έγινε. «Τα έσοδα προορίζονται για τη στήριξη νοικοκυριών και των τομέων που επηρεάζονται από την άνοδο στις τιμές των καυσίμων» αναφέρει το δελτίο Τύπου για τη συνεδρίαση του πορτογαλικού υπουργικού συμβουλίου. Επίσης ανέφερε ότι θα χρηματοδοτηθούν επενδύσεις για την «απανθρακοποίηση της οικονομίας».
Φαίνεται ότι στην Λισαβόνα δεν έχουν υπόψη τους τις ευεργετικές συνέπειες για τους καταναλωτές και την οικονομία μέτρων όπως το «Fuel Pass» της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ίσως γιατί στο αντίστοιχο πρωθυπουργικό μέγαρο της Πορτογαλίας, μπορούν να φανταστούν – και να υλοποιήσουν- παρεμβάσεις στα «καυτά» σημεία πλουτισμού, παρά το τέλος του κόσμου.
«Too little, too late»
Αντίθετα, στην Αθήνα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Παρότι μόλις το πρώτο τρίμηνο του 2026 τα διυλιστήρια κατέγραφαν κέρδη μετά φόρων ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων, με τις τιμές να τραβούν την ανηφόρα, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις ήρθαν κατόπιν εορτής και δεν λύνουν το πρόβλημα.
Χαρακτηριστικό του «ράλι» ανόδου είναι το γεγονός ότι μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου 2026 η μέση τιμή του πετρελαίου κίνησης στην Ελλάδα αυξήθηκε πάνω από 20%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή:
- Στις 3 Ιουλίου 2026 η μέση τιμή του Diesel κίνησης – όπου εντοπίζεται και το βασικότερο πρόβλημα- έφτανε τα 1,648 ευρώ/λίτρο.
- Έναν μήνα μετά ( 2/8) η τιμή είχε σκαρφαλώσει στα 2,068 ευρώ/λίτρο.
Μάλιστα, σε ορισμένες περιοχές, απομακρυσμένες από τα αστικά κέντρα, η μέση τιμή για το ντίζελ αναμένεται να ξεπεράσει τα 2,257 ευρώ/λίτρο, επιβαρύνοντας σημαντικά την κατανάλωση, ιδίως σε τουριστικές περιοχές όπως οι Κυκλάδες, που έχουν το ακριβότερο πετρέλαιο κίνησης.
«Από την αρχή της κρίσης, στο τέλος Φεβρουαρίου 2026, η μέση τιμή στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 26%, ενώ στην Ελλάδα κατά 32%» αναφέρει στο documentonews.gr ο Σπύρος Μιχαλακάκης, πρώην πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ελληνικής BP. «Ήταν η πέμπτη μεγαλύτερη αύξηση» σημειώνει. Όμως, συμπληρώνει, «από το τέλος Ιουνίου- όταν είχαν χαλαρώσει οι τιμές, η αύξηση στην ΕΕ είναι 17% και στην Ελλάδα 27%. Είμαστε οι δεύτεροι με την μεγαλύτερη αύξηση».

Επιπλέον, ο άριστος γνώστης της αγοράς καυσίμων υπογραμμίζει πως «Πίσω από αυτές τις τιμές κρύβεται και η εξέλιξη της τιμής προ φόρων για τα διυλιστήρια». Ενώ προσθέτει πως από το τέλος Ιουνίου «έχουμε εκτίναξη στην Ελλάδα κατά 40%, όταν οι τιμές στην ΕΕ, μετά το τέλος της επιδότησης τότε, δεν ξεπέρασαν το 21%».

Απέναντι σε αυτό το «τσουνάμι» ακρίβειας – που έρχεται να επηρεάσει και τις επιχειρήσεις σε μια περίοδο αυξημένων οδικών μετακινήσεων και καταναλωτικής ζήτησης- η κυβέρνηση επιχειρεί «πυροσβεστικά» μέτρα με την κρατική επιδότηση των 0,10 ευρώ ανά λίτρο.
Μάλιστα, όπως έγραψε σε ανάρτηση ο πρωθυπουργός στις 26 Ιουλίου 2026 το εργαλείο αυτό θα συνδυαστεί με την έκπτωση των 0,05 ευρώ το λίτρο που ήδη από τα μέσα Ιουλίου 2026 (14/7) δίνουν τα διυλιστήρια στις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, αποσκοπώντας στη διαμόρφωση της μέσης τιμής του Diesel κατά 0,15 ευρώ ανά λίτρο, πιο χαμηλά από ό, τι τώρα.















