Το κυβερνητικό επιτελείο, θορυβημένο από την κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και τα σκάνδαλα που βαρύνουν τη «Μαξίμου ΑΕ», επεξεργάζεται ένα «γενναιόδωρο» πακέτο ενίσχυσης των εισοδημάτων που αναμένεται να κλειδώσει το καλοκαίρι και να ανακοινωθεί πανηγυρικά στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης τον προσεχή Σεπτέμβριο.

Στο επίκεντρο αυτού του σχεδιασμού βρίσκεται η αύξηση του κατώτατου μισθού, ο οποίος από τα 920 ευρώ που είναι σήμερα εξετάζεται να εκτιναχθεί ακόμη και στα 1.000 ευρώ (μια αύξηση της τάξης του 8,7%). Μάλιστα, για να μεγιστοποιηθεί το ψηφοθηρικό όφελος, εξετάζεται η αύξηση αυτή να εφαρμοστεί με διαδικασίες-εξπρές τον Φεβρουάριο του 2027, αντί για τον καθιερωμένο Απρίλιο.

Πρόκειται για προφανή κίνηση άγρας ψήφων σε μια χρονιά-ορόσημο, καθώς το 2027 θα είναι η τελευταία φορά που ο μισθός καθορίζεται με κυβερνητική απόφαση, προτού ενεργοποιηθεί από το 2028 ο αυτόματος μηχανισμός υπολογισμού.

Ωστόσο πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για «ισχυρά εισοδήματα» κρύβονται μια βαθιά οικονομική στρέβλωση και μια συνειδητή πολιτική επιλογή: η συστηματική άρνηση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμάκων.

Διάβασε:
Μαίρη Λίντα: Σίγησε η μεγάλη φωνή του ελληνικού πενταγράμμου

Δημοσιονομική ολίσθηση

Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ αφορά άμεσα περίπου 1,3 εκατ. εργαζόμενους (500.000 στον ιδιωτικό τομέα και 800.000 στο δημόσιο, καθώς από το 2025 οι αυξήσεις μετακυλίονται οριζόντια στον δημόσιο τομέα). Ομως η αλήθεια που αποκρύπτει το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι το κράτος κερδίζει περισσότερα από τον ίδιο τον εργαζόμενο.

Οταν οι φορολογικές κλίμακες και το αφορολόγητο όριο παραμένουν «παγωμένα» επί χρόνια, κάθε ονομαστική αύξηση σπρώχνει αυτόματα τους εργαζόμενους σε υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές. Πρόκειται για το κλασικό φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης.

Ετσι, ο εργαζόμενος βλέπει μια εντυπωσιακή αύξηση στα μεικτά του, αλλά στον τραπεζικό του λογαριασμό φτάνει μόνο ένα κλάσμα αυτής, καθώς το ένα μέρος αυτής εξανεμίζεται από την παρακράτηση φόρου εισοδήματος και τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές. Το κράτος λειτουργεί ως «συνέταιρος» που εισπράττει τη μερίδα του λέοντος για να χρηματοδοτεί τον προϋπολογισμό, αφήνοντας τους πολίτες εκτεθειμένους στον πληθωρισμό.

Ας το δούμε με παράδειγμα. Ενας άγαμος άνω των 30 ετών που λαμβάνει τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές κατ’ έτος της τάξης των 1.722 ευρώ και του αναλογεί φόρος 355 ευρώ. Οταν θα ανέβει στα 1.000 ευρώ τότε θα πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές 1.872 ευρώ και φόρο 552 ευρώ.

Διάβασε:
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΘΥΜΗΘΗΚΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ: ΔΙΠΛΑΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΧΗΡΕΙΑΣ

Οπότε θα αυξηθούν οι καταβολές προς το δημόσιο κατά 347 ευρώ. Συνεπώς γυρίζει πίσω στο κράτος 36,15%. Σε όλο αυτό βέβαια δεν έχουμε συμπεριλάβει την ακρίβεια που φουντώνει τον πληθωρισμό της απληστίας σε βασικά μεγέθη της καθημερινής ζωής όπως η στέγαση, η μετακίνηση και τα τρόφιμα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ