Η Γραμμή 4 του Μετρό της Αθήνας εξελίσσεται πλέον σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ενός μεγάλου δημόσιου έργου που, αντί να προχωρά με σταθερό ρυθμό, βυθίζεται διαρκώς σε αναθεωρήσεις χρονοδιαγραμμάτων, αλληλοκατηγορίες και επικοινωνιακή διαχείριση.
Με τα πιο πρόσφατα δεδομένα, η ολοκλήρωση του έργου μετατίθεται για το 2032, από το αρχικά προβλεπόμενο 2029, ενώ ήδη η κοινοπραξία του αναδόχου ζητά νέα παράταση έως και το 2034, γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος των αποκλίσεων ανάμεσα στον αρχικό σχεδιασμό και την πραγματικότητα στο εργοτάξιο.
Στις 9 Φεβρουαρίου 2026, η Ελληνικό Μετρό ενέκρινε νέο αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα, μεταθέτοντας την αποπεράτωση από τις 20 Ιουνίου 2029 στις 3 Σεπτεμβρίου 2032. Μια απόφαση που, αντί να καθησυχάζει, επιβεβαιώνει ότι το έργο εισέρχεται σε νέα φάση καθυστερήσεων με αβέβαιη διάρκεια.
Την ίδια στιγμή, ο ανάδοχος αξιώνει την επιστροφή του μπόνους έγκαιρης παράδοσης ύψους 57,7 εκατ. ευρώ, το οποίο είχε καταβληθεί το 2022, αλλά πλέον θεωρείται εκ των πραγμάτων «εκτός στόχου», καθώς το έργο απομακρύνεται δραματικά από τα αρχικά του ορόσημα.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η ίδια η κοινοπραξία αμφισβητεί το νέο χρονοδιάγραμμα, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και η πρόβλεψη του 2032 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική πρόοδο των εργασιών, καταθέτοντας δική της εκτίμηση για ολοκλήρωση ακόμη και το 2034.
Στο μεταξύ, η αντιπαράθεση μεταξύ αναδόχου και Ελληνικό Μετρό κλιμακώνεται, με εκατέρωθεν αιχμές για ευθύνες στις καθυστερήσεις. Από τη μία πλευρά, η εταιρεία παραδέχεται προβλήματα στην έγκαιρη παράδοση εργοταξιακών χώρων, ενώ από την άλλη αποδίδει μέρος των καθυστερήσεων σε ολιγωρίες ή επιλογές του αναδόχου. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνεχές μπρα-ντε-φερ ευθυνών, χωρίς σαφή ορατότητα για το πότε πραγματικά θα ολοκληρωθεί το έργο.
Μέσα σε αυτό το ήδη τεταμένο κλίμα, έντονη πολιτική κριτική στρέφεται προς την κυβέρνηση και τον αναπληρωτή υπουργό Μεταφορών Κωνσταντίνος Κυρανάκης, με αφορμή την πρόσφατη επικοινωνιακή προβολή της άφιξης του μετροπόντικα και τις πανηγυρικές ανακοινώσεις περί «προόδου».
Οι εικόνες αυτές, σύμφωνα με την κριτική που ασκείται, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματική κατάσταση του έργου, όπου τα χρονοδιαγράμματα αναθεωρούνται προς τα πίσω και οι καθυστερήσεις βαθαίνουν. Η εικόνα ενός «σόου εγκαινίων προόδου», όπως χαρακτηρίζεται από επικριτές, φέρεται να χρησιμοποιείται για να εξωραΐσει μια πραγματικότητα που περιλαμβάνει νέα παράταση έως το 2032 και πιθανές περαιτέρω αναβολές.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον όλο και πιο επιτακτικά είναι αν η Γραμμή 4 μπορεί να τηρήσει έστω το νέο, ήδη αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα ή αν το έργο έχει μπει σε μια μόνιμη τροχιά παρατάσεων, με το πολιτικό κόστος να επιχειρείται να «ισοφαριστεί» επικοινωνιακά μέσω εντυπωσιακών εικόνων και δηλώσεων, την ώρα που η πραγματικότητα στα εργοτάξια δείχνει εντελώς διαφορετική.















