H προειδοποίηση αποδείχθηκε ανατριχιαστικά προφητική. «Ο παραλιακός δρόμος είναι επικίνδυνος. Τα ατυχήματα είναι συχνά… οδηγούν συχνά σε θανάτους». Τα έγγραφα που είδαν το φως της δημοσιότητας, δείχνουν ότι ο κίνδυνος της αποστολής στη Λιβύη, που κατέληξε να στοιχίσει τη ζωή σε τρία στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και δύο νέους εθελοντές διερμηνείς της ελληνικής κοινότητας Βεγγάζης, μόνο άγνωστος δεν ήταν στα ανώτατα κλιμάκια του στρατεύματος. Ωστόσο, η προειδοποίηση αγνοήθηκε και η αποστολή επιχειρήθηκε – και μάλιστα σε χρόνο πολύ πιο σύντομο απ’ ό,τι προβλέπουν οι κανονισμοί.

Το χρονικό

Στις 17 Νοεμβρίου έκλεισαν δύο μήνες από τη μοιραία αποστολή της Διοίκησης Ειδικού Πολέμου (ΔΕΠ) του ΓΕΕΘΑ στη Λιβύη. Από την πρώτη στιγμή ο ειδικός Τύπος και οι αναλυτές ήγειραν ερωτήματα για τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της αιματηρής αποστολής. Η διερεύνηση ατυχημάτων αφορά πάντα τις αρμόδιες υπηρεσίες και η εξαγωγή συμπερασμάτων, ειδικά για επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων, είναι απόρρητες. Ομως, η συγκεκριμένη επιχείρηση της ΔΕΠ φαίνεται ότι δεν ήταν η τυπική αποστολή που καλούνται συνήθως να εκτελέσουν οι ειδικές δυνάμεις, παρότι ήταν κυρίως στελεχωμένη με άνδρες του Ειδικού Τμήματος Αλεξιπτωτιστών (ΕΤΑ), του πιο επίλεκτου τμήματος του Στρατού Ξηράς.

Δημοσίευμα αποκαλύπτει νέα στοιχεία για τις αμέλειες, τα λάθη και τον ελλιπή σχεδιασμό της μοιραίας αποστολής, τον τρόπο λειτουργίας της ΔΕΠ και, προπαντός, τον αντίκτυπο που έχει σήμερα αυτή η τραγωδία στους τραυματίες και εγκαυματίες της αποστολής και στο ηθικό των πιο εκλεκτών μονάδων των Ε.Δ.

Μέσα από συνεντεύξεις με ανώτερα στελέχη των ειδικών δυνάμεων και έγγραφα και παρουσιάσεις, ξεδιπλώνεται το ιστορικό της βιαστικής σχεδίασης και νέα στοιχεία για τα λάθη στην αξιολόγηση ρίσκου από τη ΔΕΠ. Οπως αποκαλύπτεται για πρώτη φορά, δεν είχαν εξασφαλιστεί στα στελέχη του ΕΤΑ οι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη σωστή διαχείριση της αποστολής, ενώ η ΔΕΠ είχε προειδοποιηθεί για τον υψηλό κίνδυνο τροχαίων ατυχημάτων στην περιοχή ενδιαφέροντος, αλλά οι προειδοποιήσεις αγνοήθηκαν. Επιπλέον, τα στελέχη που συμμετείχαν στην επιχείρηση είχαν διαταχθεί να μη φέρουν καν όπλα.

Η διαταγή

Το ΓΕΕΘΑ εξέδωσε την προπαρασκευαστική διαταγή για την επιχείρηση στις 15 Σεπτεμβρίου. Η εκτελεστική διαταγή εκδόθηκε για τις 17 Σεπτεμβρίου, οπότε οι δυνάμεις έπρεπε να είναι έτοιμες για αναχώρηση στις 9 το πρωί. Εμπειρα στελέχη του Στρατού Ξηράς, εμπλεκόμενα με τις επιχειρήσεις της Διοίκησης Ειδικού Πολέμου, αναφέρουν ότι το διάστημα της μιάμισης ημέρας δεν ήταν αρκετό για την προετοιμασία και ότι αυτό αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για λάθος αποφάσεις στον σχεδιασμό.

Γενικώς, είναι στη διακριτική ευχέρεια της στρατηγικής (ΓΕΕΘΑ) και επιχειρησιακής ηγεσίας (ΔΕΠ) να ενημερώσουν το τακτικό επίπεδο (τη Διακλαδική Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων/ΔΔΕΕ, στην οποία υπάγεται το ΕΤΑ), ιδίως όταν πιέζει ο χρόνος. Ομως, στην προκειμένη περίπτωση δεν μιλάμε για μία πολεμική επιχείρηση με ευαίσθητες εθνικές επιχειρησιακές παραμέτρους, όπου το ανεκτό επίπεδο κινδύνου μπορεί να είναι υψηλό, αλλά για μια αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας προς ένα ξένο κράτος. Μια αποστολή κυριολεκτικά για την «προβολή σημαίας», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η διαταγή του ΓΕΕΘΑ για τη συγκεκριμένη επιχείρηση.

Ο βασικός κανονισμός της σχεδίασης επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ, με ονομασία «Παράλληλη Σχεδίαση», είναι αποκαλυπτικός, καθώς παραθέτει το ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα για την προετοιμασία τέτοιων αποστολών. Σύμφωνα με τον κανονισμό, απαιτούνται τυπικά 6 ημέρες συνεργασίας ανάμεσα στις διάφορες υπηρεσίες, από τη λήψη της απόφασης μέχρι την τελική εκπόνηση και έγκριση του σχεδίου. Ακόμη και σήμερα, πολλά στελέχη των ειδικών δυνάμεων αδυνατούν να κατανοήσουν τους λόγους που δόθηκε τόσο λίγος χρόνος για μια αποστολή, που κανονικά απαιτούσε πιο μεθοδικό σχεδιασμό και η οποία δεν φαίνεται να είχε ουσιαστική επιχειρησιακή αξία. Στη συγκεκριμένη αποστολή τα ΕΤΑ και άλλες μονάδες παρείχαν δυνάμεις, αλλά τον ευρύτερο έλεγχο στον σχεδιασμό τον είχε το ΓΕΕΘΑ.

Εμπειρα στελέχη των Ε.Δ., με βαθιά γνώση του τρόπου λειτουργίας της ΔΕΠ, εκφράζουν επίσης την απορία τους για τη διατύπωση της διαταγής του ΓΕΕΘΑ και τον τρόπο που περιέγραφε τον σκοπό και τις προτεραιότητες της αποστολής. Σύμφωνα με δύο αξιόπιστες πηγές που είχαν πρόσβαση στη διαβαθμισμένη διαταγή, ως κύριος σκοπός της αποστολής αναφερόταν η «συνδρομή με εξειδικευμένο υγειονομικό προσωπικό», σε συνδυασμό με την «προβολή σημαίας». Η διαταγή επίσης τόνιζε ότι ήταν σημαντική η «συνεχής και αδιάλειπτη βιντεοκάλυψη», η οποία πιθανολογείται ότι προοριζόταν για μετέπειτα επικοινωνιακή αξιοποίηση του υλικού από το ΓΕΕΘΑ. Απορίας άξιο για μία διαταγή προς ειδικές δυνάμεις είναι επίσης πως τόνιζε ότι τα μέλη του ΕΤΑ δεν έπρεπε να φέρουν οπλισμό.

Εκτιμάται ότι οι επίλεκτοι του ΕΤΑ διατάχθηκαν να λάβουν μέρος στην αποστολή, με απώτερο σκοπό να ενισχύσουν με θετική δημοσιότητα τη νεοσύστατη ΔΕΠ.

Τα ερωτήματα

Τα παραπάνω δημιουργούν πολλαπλά ερωτήματα:

• Γιατί τα στελέχη του ΕΤΑ, τα οποία δεν πρέπει επ’ ουδενί να φωτογραφίζονται δημόσια, έλαβαν μέρος στη συγκεκριμένη αποστολή, η οποία είχε κύριο σκοπό την προβολή, όπως φάνηκε από τη διαταγή, αλλά κι από τις δημόσιες δηλώσεις και φωτογραφίες του ΓΕΕΘΑ πριν από την αναχώρηση της αποστολής;

• Αν ο ρόλος τους ήταν η φύλαξη, τότε γιατί να μη φέρουν οπλισμό;

• Αν δεν ήταν η φύλαξη, τότε γιατί να μην έχουν επιλεχθεί άλλες συμβατικές δυνάμεις του στρατού, που θα μπορούσαν να δράσουν υποστηρικτικά στη διανομή του υλικού και την παροχή υγειονομικής βοήθειας;

Η αίσθηση στελεχών με γνώση των λεπτομερειών της επιχείρησης είναι ότι τα επίλεκτα στελέχη του Τμήματος Αλεξιπτωτιστών διατάχθηκαν να λάβουν μέρος στην αποστολή, με απώτερο σκοπό να ενισχύσουν με θετική δημοσιότητα τη νεοσύστατη ΔΕΠ, χωρίς όμως να τους έχουν ουσιαστικά παράσχει τη δυνατότητα να διαχειριστούν κρίσιμες παραμέτρους της προετοιμασίας και της αποστολής.

Το «σήμα κινδύνου»

Στο ελάχιστο διάστημα που διέθεσε το ΓΕΕΘΑ για τον σχεδιασμό, το ΕΤΑ ετοίμασε μια παρουσίαση για την αποστολή προς τα ανώτερα κλιμάκια, η οποία περιείχε μια αποκαλυπτική διαφάνεια με τίτλο «Ασφάλεια» και το προφητικό μήνυμα ότι «τα οδικά ταξίδια εντός της Λιβύης παραμένουν εξαιρετικά επικίνδυνα. Τα τροχαία ατυχήματα είναι συχνά και οδηγούν συχνά σε θανάτους».

Ομως, η τελική παρουσίαση που ετοίμασε η ΔΕΠ για το ΓΕΕΘΑ στις 17 Σεπτεμβρίου και ώρα 8 π.μ., με τίτλο «Κατάσταση Ασφαλείας στη Λιβύη», δεν περιείχε την παραπάνω προειδοποίηση και χαρακτήριζε την εκτίμηση του επιπέδου απειλής ως «χαμηλό», χωρίς αναφορά στον κίνδυνο τροχαίων ατυχημάτων και τη συγκεκριμένη ανάλυση του ΕΤΑ, παρά μόνο στον κίνδυνο για το προσωπικό που θα επιχειρούσε σε «πλημμυρισμένες εκτάσεις». Μέλη του ΕΤΑ νιώθουν ότι η ΔΕΠ αγνόησε τις προειδοποιήσεις τους, ώστε να υποβιβάσει το επίπεδο απειλής, με σκοπό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας μέσα στο ελάχιστο χρονικό περιθώριο της μιάμισης ημέρας.

Ανησυχία για το μέλλον

Αμέσως μετά το δυστύχημα, το ΓΕΕΘΑ διέταξε άμεσα τη διεξαγωγή Ενορκης Διοικητικής Εξέτασης (ΕΔΕ). Σύμφωνα με δημοσίευμα καθημερινής εφημερίδας, η ΕΔΕ έχει ήδη ολοκληρωθεί, αλλά δεν έχει γίνει γνωστό το πόρισμα. Πηγές της ΔΕΠ αναφέρουν ότι στις 10 Νοεμβρίου εκδόθηκε απόφαση να αναλάβει την περαιτέρω διερεύνηση ευθυνών ο εισαγγελέας στρατοδικείου Αθηνών. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η Εισαγγελία εστιάζει και στον τρόπο επιλογής των ατόμων που έλαβαν μέρος στην αποστολή.

«Eίμαστε παντού, αλλά όταν σβήνουν τα φώτα είμαστε μόνοι»

Το ζήτημα δεν θα έπρεπε, όμως, να είναι μόνο η επίρριψη ευθυνών, αλλά και η εξαγωγή συμπερασμάτων για τον εντοπισμό και τη διόρθωση κρίσιμων λαθών στην όλη διαδικασία και στον τρόπο λειτουργίας των εμπλεκόμενων δομών του ΓΕΕΘΑ. Ολα αυτά, ωστόσο, είναι σε βάθος χρόνου. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν τέσσερα μείζονα ζητήματα:

Στελέχη της ΔΕΠ φοβούνται ότι μπορεί να υπάρξει προσπάθεια να φορτωθούν οι ευθύνες στον επικεφαλής της αποστολής, ενός από τα πιο έμπειρα και ικανά στελέχη στην ιστορία των ΕΤΑ και των ειδικών δυνάμεων γενικότερα. Ο εν λόγω αξιωματικός είναι ένας από τους τραυματίες, με σπασμένη λεκάνη και πολλαπλά τραύματα, και βρίσκεται σε φάση αποθεραπείας. Συνάδελφοί του εκφράζουν την ανησυχία τους ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για να καλυφθούν οι πιο βαθιές παθογένειες του συστήματος και οι ευθύνες ανωτέρων, οι οποίοι διέταξαν και πίεσαν για την αποστολή. «Αν ο καλύτερος από εμάς καλείται να διαχειριστεί μια τέτοια κατάσταση χωρίς να έχει ουσιαστικό έλεγχο στην προετοιμασία και στο τέλος κινδυνεύει να κατηγορηθεί άδικα, τι σημαίνει αυτό για εμάς;» λέει χαρακτηριστικά ένας συνάδελφός του, ο οποίος έχει συνεργαστεί μαζί του.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ