Είναι αδίστακτοι!!! Συνεδριάζουν πάλι στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την έξαρση του κ#ρονοιού που διασπείρεται από την Κίνα… Θέλουν ξανά μέτρα για να αποτελειώσουν ότι έμεινε στην κοινωνία

Μετά το ξαφνικό τέλος της πολιτικής «zero CO-VID» στην Κίνα στις αρχές του μήνα, που οδήγησε σε πολύ μεγάλο κύμα μολύνσεων, αρκετά κράτη εκφράζουν ανησυχία για τον κίνδυνο να εξαπλωθούν από τη γιγαντιαία χώρα της Ασίας στον υπόλοιπο κόσμο νέες παραλλαγές του κορ#νοϊού.

Η Ιταλία ήδη αποφάσισε την Τετάρτη να υποχρεώσει όλους τους ταξιδιώτες που έρχονται από την κινεζική επικράτεια να υποβάλλονται σε τεστ. Μέτρο που είχε ήδη αναγγείλει η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ υιοθέτησαν επίσης χθες, σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ.

Αλλού στην ΕΕ, τηρείται στάση αναμονής: ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε «προσαρμοσμένα μέτρα για την προστασία» των Γάλλων από την κυβέρνησή του, που διαβεβαίωσε πως «παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή την εξέλιξη της κατάστασης στην Κίνα».

Το Παρίσι λέει πως είναι «έτοιμο να εξετάσει όλα τα χρήσιμα μέτρα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν», σε συνεννόηση «με τους ευρωπαίους εταίρους» του και «εντός του νομικού πλαισίου που υφίσταται σήμερα».Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ορισμένες κυβερνήσεις της ΕΕ να κινηθούν σαν μοναχικοί καβαλάρηδες, υιοθετώντας περιορισμούς στα σύνορα χωρίς συντονισμό, όπως ακριβώς συνέβη στο πρώτο στάδιο της πανδημίας, την άνοιξη του 2020.

Στις αρχές του μήνα, κατόπιν εισήγησης της Κομισιόν, οι 27 συμφώνησαν να καταργήσουν όλους τους περιορισμούς στην είσοδο στην ΕΕ ταξιδιωτών από τις λεγόμενες τρίτες χώρες, με άλλα λόγια να επιστρέψουν στην κατάσταση προ πανδημίας.

Επιφυλασσόμενες, πάντως, για το ενδεχόμενο να επιβληθούν εκ νέου μέτρα, «με συντονισμένο τρόπο», αν το απαιτεί η επιδημιολογική κατάσταση.

«Η υποπαραλλαγή BF.7 της Όμικρον που είναι κυρίαρχη στην Κίνα είναι ήδη παρούσα στην Ευρώπη και δεν παρουσιάζει σημαντική αύξηση. Πάντως, συνεχίζουμε να επαγρυπνούμε» και «είμαστε έτοιμοι» για τη λήψη περιοριστικών μέτρων εκ νέου «αν είναι απαραίτητο», εξήγησε η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Απάντηση