«Τι πρέπει να κάνουμε όταν ένα παιδί μάς εκμυστηρευθεί την κακοποίησή του; Να το πιστέψουμε!». Αυτό τόνιζαν οι ειδικοί, με αφορμή την τραγική υπόθεση του 12χρονου κοριτσιού στον Κολωνό. Τα παιδιά διστάζουν να μιλήσουν για περιστατικά που τα έχουν κάνει να νιώσουν άβολα, αισθάνονται ανασφάλεια και ενοχές. Τι γίνεται όμως όταν τελικά τα παιδιά μιλούν; Η υπόθεση που φέρνουμε σήμερα στο φως καταδεικνύει με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο πως η ασπίδα προστασίας που παρέχει η πολιτεία προς ένα παιδί που αποκαλύπτει την κακοποίησή του είναι διάτρητη. Πως καμιά φορά ακόμη και η Δικαιοσύνη κλείνει τα μάτια στην άβολη αλήθεια.

Εν προκειμένω, πριν από λίγες ημέρες, το Πρωτοδικείο Καρδίτσας αποφάσισε την ανάθεση της επιμέλειας 4χρονου παιδιού από κοινού στους γονείς του, παραβλέποντας το γεγονός ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η ποινική διερεύνηση της σεξουαλικής κακοποίησής του από άτομα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της μητέρας. Αλλά και εις βάρος της ίδιας της μητέρας για σωματική και ψυχολογική κακοποίηση, ώστε να μη μιλήσει το παιδί. «Η ποινική διαδικασία εις βάρος των υπαιτίων τελεί σε εξέλιξη, πλην όμως είναι ανεξάρτητη από την παρούσα διαδικασία», αναφέρεται στην απόφαση.

Η ψυχολόγος στην οποία πήγε το παιδί, από την πρώτη στιγμή κατάφερε να εκμαιεύσει και ότι παρών στα περιστατικά ήταν και ο πατέρας του άλλου αγοριού. Ηταν επίσης κάθετη ότι στο παιδί ασκείται πίεση να μη μιλήσει για ό,τι συνέβαινε. «Θα σε φάν’ τα φίδια» φέρεται να του έλεγαν.
Οταν η πλευρά του πατέρα προχώρησε στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να εναρμονιστεί το πολιτικό δικαστήριο με το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, το δικαστήριο έκρινε ότι οι δύο διαδικασίες είναι ασύνδετες, αναθέτοντας την επιμέλεια από κοινού στους διαδίκους. Μάλιστα, αντίθετα με το πρώτο δικαστήριο, δεν επιβάλλει καν στη μητέρα να μην αφήνει το παιδί σε τρίτους.

Η κακοποίηση του ανηλίκου (τα στοιχεία όλων βρίσκονται στη διάθεση της «Κ») ήρθε στο φως χάρη στη φυσική «αδιακρισία» άλλων παιδιών. Το καλοκαίρι του ’21, λίγες εβδομάδες μετά το διαζύγιο των γονιών του (το δικαστήριο είχε αναθέσει την επιμέλεια από κοινού και στους δύο γονείς, με εναλλασσόμενη κατοικία), το παιδί άρχισε να πιάνει συνεχώς ένα συγκεκριμένο σημείο του σώματός του. Ηταν τριών ετών. Το γεγονός είχε θορυβήσει τον πατέρα του, που όμως δεν ήθελε να φέρει σε δύσκολη θέση το παιδί. Μια μέρα στη θάλασσα, όμως, τα άλλα παιδιά το ρώτησαν «γιατί το κάνεις αυτό;», για να πάρουν μια απάντηση αποστομωτική: «Αυτό μου κάνει ο ΧΧΧ», αναφέροντας το όνομα του ετεροθαλούς αδελφού του, γιου της μητέρας του από τον πρώτο της γάμο, 13 ετών τότε. Στην αντιπαράθεση που ακολούθησε, η μητέρα αρνήθηκε εμφατικά το γεγονός.

Τον Δεκέμβριο, μια Κυριακή επιστρέφοντας στο σπίτι του πατέρα του ύστερα από μια βδομάδα στο σπίτι της μητέρας του, επανέλαβε ότι ο ετεροθαλής αδελφός του είχε βάλει το πέος του «μέσα στον ποπό».

Ο πατέρας πήγε στην αστυνομία, έγινε ιατροδικαστική εξέταση έπειτα από τρεις μέρες (δεν διαπιστώθηκαν ίχνη βιασμού, αλλά δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο, δεδομένου ότι επρόκειτο για ασέλγεια από ανήλικο), ενώ ο εισαγγελέας διέταξε να γίνει παιδοψυχιατρική εξέταση. Αυτή υλοποιήθηκε τελικά μόλις τον Ιούνιο.

Κάπως έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα στοιχεία, τον περασμένο Ιούνιο η εισαγγελέας διέταξε να απομακρυνθεί το παιδί από το σπίτι της μητέρας του μέχρι νεωτέρας, ενώ τον Αύγουστο παρήγγειλε στον ανακριτή τη διενέργεια ανάκρισης για τα αδικήματα της κατάχρησης ανίκανου προς αντίσταση σε γενετήσια πράξη, τελεσθείσας από δύο που ενεργούσαν από κοινού και κατά μόνας κατ’ εξακολούθησιν, της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που δεν έχει συμπληρώσει τα 12 έτη κατ’ εξακολούθησιν, της κατάχρησης ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει τα 14 έτη κατ’ εξακολούθησιν, της γενετήσιας πράξης μεταξύ συγγενών κατ’ εξακολούθησιν, της σωματικής βλάβης αδύναμου ατόμου που βρίσκεται στην επιμέλεια του δράστη κατ’ εξακολούθησιν και της απόπειρας παράνομης βίας ανηλίκου που βρίσκεται υπό την επιμέλεια του δράστη κατ’ εξακολούθησιν.

Στο μεταξύ, από τον Ιανουάριο ίσχυε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που λόγω της υπόνοιας κακοποίησης επέβαλε στη μητέρα να παίρνει το παιδί μόνο από το βράδυ Σαββάτου έως το πρωί της Τρίτης, απαγορεύοντας να αναθέτει σε τρίτους τη φύλαξή του.

Τη στιγμή που η Εισαγγελία επενέβη δραστικά για να εξασφαλίσει την προστασία του παιδιού, μια άλλη απόφαση «επιστρέφει» το παιδί στους φερόμενους κακοποιητές του. Ποιον από τους δύο δρόμους να ακολουθήσει ο άλλος γονιός και με ποιο σθένος;

«Η ποινική διαδικασία πολλές φορές είναι αργή, είναι χρονοβόρα, είναι δυσαπόδεικτη σε πολλά σημεία», σχολιάζει στην «Κ» η δικηγόρος Μαργαρίτα Δακορώνια. «Το αστικό δικαστήριο καλείται συχνά να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για την προστασία του ανηλίκου από τις επώδυνες επιπτώσεις στον ψυχικό του κόσμο, κρίνοντας και “διακρίνοντας”, όχι με όρους ποινικούς αλλά με όρους λογικής, διδαγμάτων της κοινής πείρας και πορισμάτων της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής».

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: