Μέχρι την παραίτηση από το Κέντρο Υγείας Κισάμου (Π.Ι. Έλους) όπου υπηρετούσε έφτασε ο γιατρός-βιολόγος Θεόδωρος Λυκοβαρδάκης (τα στοιχεία του δημοσιοποιούνται έπειτα από δική του επιθυμία), καταγγέλλοντας τις ακατάλληλες και επικίνδυνες συνθήκες που διαμορφώνονται για ένα νέο γιατρό στην Κρήτη.

Με μία εκτενή επιστολή του στο Parakritika.gr, ο κ. Λυκοβαρδάκης αναφέρει βήμα προς βήμα τι συνέβη για να φτάσει στην παραίτηση, μόλις ένα χρόνο αφ’ ότου πήρε το πτυχίο του και ήρθε στην Κίσσαμο να υπηρετήσει το αγροτικό του.

Όπως αναφέρει, οι χειρισμοί της 7ης ΥΠΕ Κρήτης τον ανάγκασαν, αν και αγροτικός γιατρός -ούτε καν ειδικευόμενος- με ελλιπή ιατρική εκπαίδευση και κλινική εμπειρία, κλήθηκε να τοποθετηθεί στην Α’ Χειρουργική Κλινική και στο ΤΕΠ Χειρουργικού.

Κι ενώ το σχετικό έγγραφο που είχε στα χέρια του αναφερόταν ρητά ότι θα ακολουθούσε εκπαίδευση ενός μήνα σε παθολογικό και χειρουργικό τομέα, κλήθηκε άμεσα να καλύψει πρωινά και επισφαλείς εφημερίες στο ΤΕΠ Χειρουργικού.

Όπως ήταν λογικό και για να μην εκθέσει σε κίνδυνο ασθενείς, μη μπορώντας ουσιαστικά να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του, ζήτησε να ανακληθεί η απόφαση και να επιστρέψει στο περιφερειακό ιατρείο Έλους, κάτι το οποίο δεν έγινε και αναγκάστηκε να παραιτηθεί.

Αναλυτικά η επιστολή:

Λαμβάνω την τιμή να σας αποστείλω αυτή την επιστολή για να σας εκφράσω την δυσαρέσκειά μου σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί αυτό το διάστημα στην δημόσια υγεία και να καταγγείλω τις απαράδεκτες πρακτικές που εφαρμόζει η διοίκηση της 7ης Υ.Π.Ε. Κρήτης και τις επιλογές της διοίκησης αμφότερων της 7ης Υ.Π.Ε. και της διοίκησης του Γ.Ν. Χανίων. Συγκεκριμένα, εξαναγκάστηκα να υποβάλλω την  παραίτησή μου, με μεγάλη μου λύπη, από τη θέση του ιατρού υπηρεσίας υπαίθρου (αγροτικός ιατρός) που υπηρετούσα στο Κ.Υ. Κισάμου και στο Π.Ι. Έλους.

Ο λόγος ήταν η υποχρεωτική μετακίνηση μου στο Γ.Ν. Χανίων και να υπηρετώ εκεί, όντας αγροτικός ιατρός και όχι ως ειδικευόμενος ή ειδικευμένος ιατρός, με ελλιπή ιατρική εκπαίδευση και κλινική εμπειρία (καθώς πέρσι ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων) τοποθετημένος στην Α’ Χειρουργική Κλινική και στα ΤΕΠ χειρουργικού.

Στον εκπαιδευτικό μήνα που προηγήθηκε ενώ το έγγραφο αναφέρει ξεκάθαρα ότι θα ακολουθούσα εκπαίδευση 15 ημερών στον παθολογικό τομέα και 15 ημερών στον χειρουργικό τομέα, αντιθέτως, τοποθετήθηκα καλύπτοντας τα πρωινά και ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΣ εφημερίες στο ΤΕΠ χειρουργικού. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξαν εφημερίες που ήμουν εντελώς μόνος μου χωρίς να έχω την ελάχιστη βοήθεια από ειδικό χειρουργό (επιμελητή κ.τ.λ.) και προσπαθούσα με υπεράνθρωπες προσπάθειες να αντιμετωπίσω τον τεράστιο όγκο περιστατικών μόνος μου ή σε άλλες εφημερίες με έναν ακόμα αγροτικό ιατρό, σε ένα ΤΕΠ νοσοκομείου που δεν είναι διαμορφωμένο διόλου για να αντιμετωπίζει τον φόρτο εργασίας για έναν πληθυσμό σαν αυτόν της πόλης των Χανίων, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες όπου αυξάνεται κατακόρυφα με αρκετά περιστατικά όπως τροχαία, πτώσεις, ξυλοδαρμούς καθώς και υποτροπιάζοντα χρόνια περιστατικά.

Οπότε, λόγω της προφανούς αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων μου σε ένα εργασιακό περιβάλλον σαν αυτό, αιτήθηκα την ανάκληση-αναστολή της μετακίνησής μου στο νοσοκομείο και να παραμείνω στο Κ.Υ. Κισάμου και στο Π.Ι. της περιοχής ευθύνης μου όπου εκεί προφανώς θα ήμουν και πιο χρήσιμος και αποτελεσματικός. Η διοίκηση της 7ης ΥΠΕ αρνήθηκε, κατηγορηματικά, την οποιαδήποτε εξέταση του ζητήματος επικαλούμενη αόριστες αιτιάσεις και το νομικό πλαίσιο που καλύπτει τέτοιες αποφάσεις και τις ευθύνες τους, ότι είναι νόμιμο να προβαίνει σε τέτοιες υποχρεωτικές μετακινήσεις χωρίς προφανώς να έχουν πραγματική εικόνα της κατάστασης!

Μίας οικτρής κατάστασης, με αυξημένο κίνδυνο και για εμάς ως κλινικούς ιατρούς και ΚΥΡΙΩΣ για τους ίδιους τους ασθενείς και τον Χανιώτικο πληθυσμό καθώς και τους επισκέπτες που κατακλύζουν την περιοχή. Σημειώνω δε ότι η απάντηση του κατά τ’ άλλα σεβαστού κυρίου Υποδιοικητή όταν του ανέφερα ότι κατόπιν της αδιαλλαξίας του με οδηγεί σε αδιέξοδο και με εξαναγκάζει με τη στάση του σε παραίτηση, η απάντησή του ήταν «εάν θες να παραιτηθείς, καν ’το».

Οπότε, δεν υπήρχε άλλη επιλογή προκειμένου να προφυλάξω την σωματική υγεία και ακεραιότητά μου και κυρίως τους ασθενείς και για αυτό το λόγο προέβη στην παραίτησή μου όπου τη δέχθηκαν χωρίς καμία απολύτως διαπραγμάτευση. Η δική μου περίπτωση δεν είναι η μοναδική καθώς επανειλημμένως η διοίκηση μετακινεί υποχρεωτικά αγροτικούς ιατρούς από τα περιφερειακά ιατρεία και τα κέντρα υγείας για να καλυφθούν οι ανάγκες του νοσοκομείου απογυμνώνοντας έτσι την περιφέρεια, τις κωμοπόλεις και τα απομακρυσμένα χωριά, λες και οι κάτοικοι των απομακρυσμένων περιοχών είναι πολίτες 2ης κατηγορίας δημιουργώντας προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία και ιατρική επάρκεια των κέντρων υγείας.

Εν κατακλείδι, οι συνθήκες εργασίας της υγειονομικής περιφέρειας της Κρήτης και ειδικά της περιοχής των Χανίων είναι εξαιρετικώς ακατάλληλες και επικίνδυνες για έναν νέο ιατρό, όπου δεν μπορεί να ασκήσει το ιατρικό λειτούργημα για το όποιο έδωσε όρκο, με κίνδυνο της σωματικής-ψυχολογικής του ακεραιότητας σε εξοντωτικές συνθήκες εργασίας με ελάχιστη ξεκούραση και πολύ χαμηλές αποδοχές για το έργο που καλείται να επιτελέσει, σύμφωνα με τη δική μου εμπειρία.

Η διοίκηση της 7ης ΥΠΕ έχει μεγάλη ευθύνη σε αυτό το ζήτημα επικαλούμενη νομοθετικές διατάξεις που ναι μεν της δίνουν το δικαίωμα μετακινήσεων όμως χωρίς την απαραίτητη αξιολόγηση της κατάστασης στην περιφέρεια δε, δρώντας πολλές φορές καταχρηστικά επικαλούμενη έκτακτες ανάγκες. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ξεκάθαρα ζήτημα επιδερμικών πρόχειρων λύσεων που επί της ουσίας διογκώνουν το πρόβλημα.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: