Το μυαλό θολωμένο από τον χαμό του δικό του ανθρώπου. Η λογική εκείνη τη στιγμή δεν είχε θέση στο μυαλό του. Αυτό είχε ταξιδέψει μακριά από το κεφάλι του. Οι φλέβες δεν «χωρούσαν» το αίμα του. Αυτό έβραζε. Πηγαινοερχόταν καυτό σε όλο του το σώμα. Ήταν αμέσως μετά την κηδεία του Τάσου Ισαάκ. Μια στιγμή αλλοφροσύνης, αλλά και θάρρους, παλικαριάς.

Μόλις είχε κηδευθεί ο Τάσος Ισαάκ. Ο Σολωμός Σολωμού δεν άντεχε άλλο. Η τουρκική σημαία στο δικό του έδαφος (Κύπρος) έκανε την καρδιά του να σφίγγεται. Έφυγε, χωρίς να υπολογίζει το παραμικρό κόστος. Την ίδια του τη ζωή. Ήθελε να κατεβάσει τη σημαία. Δεν άκουγε κανέναν. Ήταν τρελός. Μόνο νεκρός θα σταμάταγε. Όπερ κι εγένετο.

Μια πράξη ανδρείας, μια ηρωική ενέργεια. Όχι, δεν «έφυγε» τζάμπα. Έγινε σύμβολο. Σύμβολο για τους νέους του τότε, να μην δέχονται τα πάντα. Να διεκδικούν, να μάχονται, να παλεύουν. Να κάνουν τη δική τους επανάσταση. Να αντιστέκονται σε κάθε ζυγό, σε κάθε «φυλακή» της ανθρώπινης ελευθερίας. Το έχουμε πει ξανά. Κάθε βία, από όπου κι αν ασκείται και οποιαδήποτε μορφής κι αν είναι, επιβάλλει αντίσταση.

Ο Σολωμός Σολωμού είναι υποχρέωσή μας να μνημονεύεται. Για όσα συμβολίζει η κίνησή του, η τρέλα του.