«Ο κλέφτης κι ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται» λέει ο θυμόσοφος λαός, με την παροιμία αυτή να καθίσταται άκρως επίκαιρη δεδομένων των εξελίξεων. Μετά τον θόρυβο που προκάλεσε η καταδίκη Λιγνάδη μετά της… ταυτόχρονης αποφυλάκισής του (!) «γκριζάροντας» το προφίλ της κυβέρνησης Μητσοτάκη στα μάτια ενός πολύ μεγάλου ποσοστού πολιτών, το πρωτοφανές για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα σκάνδαλο των υποκλοπών -μετά τις διαστάσεις που έλαβε λόγω και των καταγγελιών Ανδρουλάκη- φαίνεται ότι οδηγεί τον πρωθυπουργό στο τελευταίο,  «πράσινο» μίλι του πριν την έξοδο από το Μέγαρο Μαξίμου και τη Νέα Δημοκρατία μπροστά στον κίνδυνο μιας εκλογικής κατάρρευσης (όποτε κι αν στηθούν οι κάλπες) με τον κίνδυνο να οδηγηθεί σε μια χρόνια απαξίωση, όπως έγινε μετά την περίοδο 1990 – ‘93.

Η κυβέρνηση επιχείρησε να αντιμετωπίσει αρχικά την υπόθεση των υποκλοπών με ένα… «χαλαρό» στιλ του τύπου «ωχ καημένε, μη δίνεις σημασία και συνέχισε τα καλοκαιρινά μπάνια». Οι εξελίξεις, όμως, μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα ανάγκασαν δύο από τους πιο στενούς συνεργάτες του πρωθυπουργού, τον γενικό γραμματέα του και ανιψιό του κ. Γρηγόρη Δημητριάδη και τον επικεφαλής της ΕΥΠ Παναγιώτη Κοντολέοντα (για χάρη του οποίου, μέσα σε λίγες ημέρες από τις εκλογές του 2019, με απόφαση Μητσοτάκη, άλλαξε ο νόμος ώστε ο εν λόγω κύριος να τοποθετηθεί άνευ πτυχίου πανεπιστημίου στην «κορυφή» της πιο ευαίσθητης υπηρεσίας του κρατικού μηχανισμού) στην υποβολή των παραιτήσεων τους και στην ανάληψη των, όποιων, ευθυνών, από τους ιδίους.

Σκοπιμότητα εξωθεσμική ή πλήρης ανικανότητα;

Όμως, το αφήγημα που θέλει, κάθε φορά (βλ. ακρίβεια, λογαριασμοί ενέργειας, θανάτους εκτός ΜΕΘ, εγκλωβισμό στην Αττική Οδό, πυρκαγιές καλοκαιριού 2021, κ.λπ.) να φταίνε όλοι πλην του ιδίου του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και των «αρίστων» του, μοιάζει να αφήνει πλέον ασυγκίνητη τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων, πλην όσων ωφελούνται είτε άμεσα, είτε έμμεσα από την παραμονή της σημερινής κυβέρνησης στην εξουσία. Για όλους τους υπόλοιπους, με την εικόνα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να μην αφήνει σχεδόν κανέναν περιθώριο αντίλογου και τα hashtags τύπου #μητσοτάκη_παραιτήσου, #επισύνδεση, #watergate, κ.λπ., να δίνουν και να παίρνουν, η υπόθεση αυτή φαίνεται ότι τους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή τη φορά οι υπεύθυνοι «πιάστηκαν με τη γίδα στην πλάτη».

Αυτή τη φορά οι ευθύνες για τις παρακολουθήσεις κινητών τηλεφώνων μεταξύ των οποίων του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ / ΚΙΝΑΛ, πέφτουν πάνω στους «άριστους» του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και φυσικά στον ίδιο. Ό,τι κι αν υποστηρίξει ο πρωθυπουργός, είτε έχει δίκιο, είτε άδικο, όσα κι αν επιχειρήσουν να αποσιωπήσουν ή να παρουσιάσουν χωρίς «γωνίες» που να πονούν την ηγεσία της σημερινής κυβέρνησης τα «παπαγαλάκια» στα συστημικά και… «Πετσωμένα» Μέσα Ενημέρωσης, μόνο όσοι έχουν ιδία οφέλη ή είναι αδαείς σε βαθμό αβελτηρίας μπορούν να αποδεχθούν ότι «δεν γνώριζε, δεν είδε, δεν άκουσε» για τις παρακολουθήσεις που έκαναν, υπό νομότυπες διαδικασίες, ακόμη και στους πολιτικούς αντιπάλους, οι δύο στενοί συνεργάτες του και άμεσα υφιστάμενοι του.

Την άγνοια που φέρεται να υποστηρίζει το περιβάλλον του ότι είχε ο πρωθυπουργός επί της υπόθεσης αυτής, δεν μπορούν να πιστέψουν ούτε μεγάλα διεθνή ενημερωτικά Μέσα, όπως για παράδειγμα ο βρετανικός «the Guardian» και το «politico» που τονίζουν ότι ο κ. Κυρ. Μητσοτάκης βρίσκεται κάτω από μεγάλη πίεση λόγω του σκανδάλου των υποκλοπών. Και φυσικά, δικαιολογίες τύπου… «μας ζήτησαν να υποκλέψουμε το κινητό του Ανδρουλάκη» οι Αρμένιοι και οι Ουκρανοί αφενός ήδη έχουν εκθέσει ανεπανόρθωτα την Ελλάδα διεθνώς, αφετέρου μόνο σαν «δικαιολογία ικανή να πείσει μόνο ηλιθίους» μοιάζει.

Ακόμη, όμως, κι αν δεχθεί ένας, υποθετικά, άκρως καλοπροαίρετος και έτοιμος να πεισθεί πολίτης ότι ο πρωθυπουργός δεν γνώριζε τι ποιούσαν οι δύο άμεσα υφιστάμενοί του, τότε το συμπέρασμα οδηγεί σε ένα άτομο το οποίο χαρακτηρίζεται από μια επικίνδυνη για τα εθνικά και κοινωνικά συμφέροντα ανικανότητα. Ενισχύει την ήδη αρνητική εικόνα ενός ανθρώπου που όταν η χώρα βρίσκεται σε καραντίνα εκείνος κάνει ποδήλατο, όταν η Ελλάδα καίγεται κάνει μπάνια ανέμελος και όταν οι άμεσοι συνεργάτες του παρακολουθούν πολιτικούς αντιπάλους φέρνοντας στις μνήμες τις «ασπρόμαυρες ημέρες» της χούντας, εκείνος «κόβει κορδέλες» και «πετάει τον αετό».