Πυκνές φαίνεται να είναι οι διεργασίες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά και την τελευταία (24/9) συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο περιθώριο της 79ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, καθώς η κυβέρνηση φαίνεται να ακολουθεί την οδό της μυστικής διπλωματίας, γεννώντας πολλά ερωτήματα. Μάλιστα πλέον υπάρχει «πολιτική αναβάθμιση» στις συζητήσεις, καθώς για πρώτη φορά ύστερα από είκοσι χρόνια ο διάλογος θα γίνει απευθείας από τους δύο υπουργούς Εξωτερικών και όχι σε επίπεδο διερευνητικών επαφών που υλοποιούσαν τεχνικά κλιμάκια των δύο πλευρών.
Την «αναβάθμιση του διαλόγου» επιβεβαίωσε και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ο οποίος είχε πει στην ΕΡΤ ότι «οι δύο ηγέτες έδωσαν την εντολή στους υπουργούς Εξωτερικών να διερευνήσουν το έδαφος για το κατά πόσο υπάρχουν πρόσφορες συνθήκες για να εκκινήσουν οι συζητήσεις σχετικά με την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης. Επιβεβαιώθηκε το καλό κλίμα».
Επίσης, ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών προανήγγειλε ότι στις αρχές του 2025 θα γίνει το Ανώτατο Συμβούλιο, όμως είχε προσθέσει ότι για να πραγματοποιηθεί πρέπει να ακολουθηθούν οι «τρεις πυλώνες» ανάμεσα στις δύο χώρες, που είναι «ο πολιτικός διάλογος, τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και η θετική ατζέντα».
Αυτό που αξίζει να τονιστεί είναι ότι πρώτη φορά έπειτα από δύο δεκαετίες οι διαπραγματεύσεις θα γίνουν μεταξύ των δύο υπουργών Εξωτερικών, καθώς για πάνω από είκοσι χρόνια γίνονταν σε επίπεδο
διερευνητικών επαφών μεταξύ τεχνικών κλιμακίων των δύο πλευρών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση «ξεμπλοκάρει» ζητήματα στα οποία οι τεχνοκράτες δεν μπορούσαν να πάρουν αποφάσεις.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ο Γ. Γεραπετρίτης είχε πει (Σκάι 4/10) ότι «έχουμε 64 κύκλους διερευνητικών επαφών» και «δεν είμαστε κοντύτερα στην οριοθέτηση. Διαπιστώναμε αν όχι ότι βρισκόμασταν σε χειρότερη θέση, ότι παραμέναμε στάσιμοι». Παράλληλα πρόσθεσε: «Σήμερα λοιπόν που μιλάμε η απάντηση είναι η ακόλουθη: θέλουμε να πιάσουμε το νήμα με μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Η προσέγγιση αυτή θα στηρίζεται στο ότι έχουμε αμοιβαία κοινή κατανόηση, έχουμε μια πολιτική βούληση να μπούμε στην ουσία αυτού του δύσκολου ζητήματος».















